132 αποτελέσματα για «他»

他児 たじ

ουσιαστικό

  1. 01 άλλο παιδί, άλλα παιδιά
他校生 たこうせい

ουσιαστικό

  1. 01 μαθητής άλλου σχολείου
他なりません ほかなりません

άλλο

  1. 01 δεν είναι τίποτα άλλο παρά, δεν είναι τίποτε άλλο από, δεν είναι άλλος από
他はない ほかはない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο παρά, δεν έχω άλλη επιλογή από το, δεν υπάρχει άλλη λύση εκτός από το, δεν μπορώ να αποφύγω το
他花受精 たかじゅせい

ουσιαστικό

  1. 01 σταυρογονιμοποίηση, αλλογαμία
他人の不幸は蜜の味 たにんのふこうはみつのあじ

άλλο

  1. 01 η δυστυχία των άλλων έχει γλυκιά γεύση σαν μέλι
他端 たたん

ουσιαστικό

  1. 01 άλλη άκρη, άλλο άκρο
他撮り たどり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λήψη φωτογραφίας ή βίντεο κάποιου από τρίτο πρόσωπο
他我 たが

ουσιαστικό

  1. 01 άλλος εαυτός, έτερη συνείδηση, alter ego
他意はない たいはない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δεν έχω κακή πρόθεση
他殺死体 たさつしたい

ουσιαστικό

  1. 01 θύμα δολοφονίας, πτώμα θύματος δολοφονίας
  1. 01 άλλος
  2. 02 ένας άλλος, άλλος ένας
  3. 03 οι άλλοι