194 αποτελέσματα για «作»
作業記憶 さぎょうきおく
ουσιαστικό
- 01 εργαζόμενη μνήμη
作字 さくじ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σχεδιασμός γραμματοσειράς
- 02 δημιουργία νέου χαρακτήρα που δεν είναι διαθέσιμος αυτή τη στιγμή
作病 さくびょう
ουσιαστικό
- 01 προσποιητή ασθένεια
作絵 つくりえ
ουσιαστικό
- 01 τσουκούρι-έ, τεχνική ζωγραφικής όπου οι αρχικές γραμμές καλύπτονται με αδιαφανές χρώμα και επανασχεδιάζονται αργότερα
作する さくする
ρήμα
- 01 κατασκευάζω, παράγω
作り顔 つくりがお
ουσιαστικό
- 01 προσποιητή έκφραση, στημένο πρόσωπο
作者未詳 さくしゃみしょう
ουσιαστικό
- 01 ανώνυμος, αγνώστου συγγραφέως
作り身 つくりみ
ουσιαστικό
- 01 κομμένο ωμό ψάρι
作家買い さっかがい
ουσιαστικό
- 01 αγορά βιβλίου, manga κ.λπ. επειδή κάποιος είναι θαυμαστής του συγγραφέα
作況指数 さっきょうしすう
ουσιαστικό
- 01 δείκτης σοδειάς ρυζιού
作譜 さくふ
ουσιαστικό
- 01 καταγραφή (δηλαδή αρχείο εργασίας)
作業唄 さぎょううた
ουσιαστικό
- 01 εργατικό τραγούδι
作り眉 つくりまゆ
ουσιαστικό
- 01 ζωγραφισμένα φρύδια
作況 さっきょう
ουσιαστικό
- 01 κατάσταση καλλιέργειας, σοδειά, απόδοση
作成システム さくせいシステム
ουσιαστικό
- 01 σύστημα δημιουργίας
作業員宿舎 さぎょういんしゅくしゃ
ουσιαστικό
- 01 εργοτάξιο, κοιτώνας εργατών, κατάλυμα εργαζομένων
作動油 さどうゆ
ουσιαστικό
- 01 υδραυλικό λάδι, υδραυλικό υγρό
作り泣き つくりなき
ουσιαστικό
- 01 προσποιητό κλάμα
作り損なう つくりそこなう
ρήμα
- 01 αποτυγχάνω στην κατασκευή
作用線 さようせん
ουσιαστικό
- 01 γραμμή δράσης