145 αποτελέσματα για «使»

使命者 しめいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αγγελιοφόρος, απεσταλμένος
使聘 しへい

ουσιαστικό

  1. 01 αποστολή αγγελιαφόρου για την προσφορά δώρων
使む しむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 βοηθητικό ρήμα που δηλώνει την αιτιατική διάθεση
  2. 02 βοηθητικό ρήμα που δηλώνει την επιτρεπτική διάθεση
  3. 03 βοηθητικό ρήμα που ενισχύει την τιμητική έννοια
  4. 04 βοηθητικό ρήμα που ενισχύει την ταπεινή έννοια
使える つかえる

ρήμα

  1. 01 είμαι χρησιμοποιήσιμος, είμαι λειτουργικός, είμαι χρήσιμος
使いすぎ つかいすぎ

ουσιαστικό

  1. 01 υπερβολική χρήση
  2. 02 υπερφόρτωση
使い捨てパスワード つかいすてパスワード

ουσιαστικό

  1. 01 κωδικός πρόσβασης μιας χρήσης
使い捨て装置 つかいすてそうち

ουσιαστικό

  1. 01 συσκευή μιας χρήσης
使用パラメータ制御 しようパラメータせいぎょ

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος παραμέτρων χρήστη, UPC
使用ベース しようベース

ουσιαστικό

  1. 01 βασισμένος στη χρήση
使用メモリ しようメモリ

ουσιαστικό

  1. 01 χρησιμοποιούμενη μνήμη
使用距離 しようきょり

ουσιαστικό

  1. 01 ωφέλιμη απόσταση (οπτικής ίνας)
使用性試験 しようせいしけん

ουσιαστικό

  1. 01 δοκιμή χρηστικότητας, έλεγχος καταλληλότητας χρήσης
使用不能時間 しようふのうじかん

ουσιαστικό

  1. 01 χρόνος μη διαθεσιμότητας
使用率パラメータ制御 しようりつパラメータせいぎょ

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος παραμέτρων χρήσης, UPC
使君子 しくんし

ουσιαστικό

  1. 01 σικουμσί (αναρριχητικό φυτό, Quisqualis indica)
使用域 しよういき

ουσιαστικό

  1. 01 καταχωρητής
使役犬 しえきけん

ουσιαστικό

  1. 01 σκύλος εργασίας
使い捨てレンズ つかいすてレンズ

ουσιαστικό

  1. 01 φακοί επαφής μιας χρήσης
使用語彙 しようごい

ουσιαστικό

  1. 01 ενεργητικό λεξιλόγιο
使いっぱ つかいっぱ

ουσιαστικό

  1. 01 υπαλληλάκι, άτομο για θελήματα, αυτός που κάνει όλες τις δουλειές για κάποιον άλλον
  2. 02 συνεχής χρήση, αδιάκοπη χρήση