130 αποτελέσματα για «六»

六段 ろくだん

ουσιαστικό

  1. 01 έκτο νταν (στις πολεμικές τέχνες, στο γκο, στο σόγκι κ.λπ.)
六人 ろくにん

ουσιαστικό

  1. 01 έξι άτομα
六死八生 ろくしはっしょう

άλλο

  1. 01 έξι πεθαίνουν αλλά οκτώ ζουν
六方石 ろっぽうせき

ουσιαστικό

  1. 01 κρύσταλλος χαλαζία
六次の隔たり ろくじのへだたり

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 έξι βαθμοί διαχωρισμού (υπόθεση)
六星占術 ろくせいせんじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 ροκουσέι σεντζούτσου (μέθοδος μαντείας), αστρολογία των έξι αστέρων
六甲ケーブル線 ろっこうケーブルせん

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμή τελεφερίκ Ρόκο
六者会合 ろくしゃかいごう

ουσιαστικό

  1. 01 εξαμερείς συνομιλίες (σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα της Βόρειας Κορέας)
六者協議 ろくしゃきょうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 εξαμερείς συνομιλίες (σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα της Βόρειας Κορέας)
  1. 01 έξι