539 αποτελέσματα για «出»

出来合い できあい

ουσιαστικό

  1. 01 έτοιμος, προκατασκευασμένος
  2. 02 συζητημένη (σύντροφος), εκτός γάμου
出っ張り でっぱり

ουσιαστικό

  1. 01 προεξοχή, εξόγκωμα, κύρτωμα
出張所 しゅっちょうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 υποκατάστημα, αντιπροσωπεία, περιφερειακό γραφείο
出展 しゅってん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκθέτω, παρουσιάζω
出戻り でもどり

ουσιαστικό

  1. 01 διαζευγμένη γυναίκα που επιστρέφει στο πατρικό της, επιστροφή στο πατρικό μετά από διαζύγιο
  2. 02 αποχώρηση και επαναπρόσληψη (σε εταιρεία κ.λπ. από την οποία κάποιος είχε προηγουμένως φύγει)
  3. 03 αναχώρηση και επιστροφή στο ίδιο λιμάνι (για πλοίο)
しゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 έξοδος, εμφάνιση
  2. 02 καταγωγή από συγκεκριμένη οικογένεια, γέννηση σε συγκεκριμένο τόπο
出たとこ勝負 でたとこしょうぶ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αφήνω μια κατάσταση στην τύχη της
出羽 でわ

ουσιαστικό

  1. 01 Ντέβα (πρώην επαρχία που βρισκόταν στους σημερινούς νομούς Γιαμαγκάτα και Ακίτα)
出目 でめ

ουσιαστικό

  1. 01 εξόφθαλμος, άτομο με προεξέχοντα μάτια
  2. 02 αποτέλεσμα ζαριάς, αριθμός που εμφανίζεται μετά τη ρίψη των ζαριών
出しにする だしにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 χρησιμοποιώ για δικό μου όφελος, χρησιμοποιώ ως πρόσχημα, χρησιμοποιώ ως δικαιολογία
出席簿 しゅっせきぼ

ουσιαστικό

  1. 01 παρουσιολόγιο
出待ち でまち

ουσιαστικό

  1. 01 αναμονή (π.χ. στην πόρτα του θεάτρου) για την έξοδο καλλιτεχνών ή διασήμων, ντεμάτσι
出欠 しゅっけつ

ουσιαστικό

  1. 01 παρουσία ή απουσία
出来うる限り できうるかぎり

άλλο

  1. 01 όσο το δυνατόν περισσότερο, όσο το δυνατόν περισσότερο
出直し でなおし N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ξεκίνημα από την αρχή, νέα αρχή, επανάληψη
  2. 02 επαναλαμβανόμενη κλήση, δεύτερη επίσκεψη
出尽くす でつくす

ρήμα

  1. 01 εξαντλούμαι, διατυπώνομαι πλήρως (για απόψεις, ιδέες κ.λπ.), εκφράζομαι εξολοκλήρου, αναλύομαι σε βάθος, εξαντλούνται τα αποθέματα
出帆 しゅっぱん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόπλους, αναχώρηση (από λιμάνι)
出し惜しむ だしおしむ

ρήμα

  1. 01 τσιγκουνεύομαι, φείδομαι, διστάζω να δώσω, αρνούμαι να πληρώσω
出足 であし

ουσιαστικό

  1. 01 προσέλευση (κόσμου)
  2. 02 εκκίνηση (αγώνα, καμπάνιας, επιχείρησης κ.λπ.), αρχή
  3. 03 αρχική ορμή, ξεπέταγμα
出不精 でぶしょう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 εσωστρεφής, σπιτόγατος