159 αποτελέσματα για «利»
利かせる きかせる
ρήμα
- 01 αναδεικνύω το αποτέλεσμα, αξιοποιώ, εκμεταλλεύομαι (π.χ. απειλές), χρησιμοποιώ (π.χ. εκφοβισμό), κάνω χρήση (π.χ. της επιρροής μου), αλατίζω, καρυκεύω
- 02 επιστρατεύω (π.χ. τακτ, εξυπνάδα), ασκώ, επιδεικνύω
利し とし
άλλο
- 01 κοφτερός, οξύς
- 02 έντονος, δυνατός, ισχυρός
- 03 γρήγορος, ταχύς
- 04 οξυδερκής, ευφυής, έξυπνος
利用可能ビットレート りようかのうビットレート
ουσιαστικό
- 01 διαθέσιμος ρυθμός μετάδοσης bit, ABR
利用者ASE りようしゃエーエスイー
ουσιαστικό
- 01 χρήστης ΑΣΕ
利用者ID りようしゃアイディー
ουσιαστικό
- 01 αναγνωριστικό χρήστη
利用者の登録 りようしゃのとうろく
ουσιαστικό
- 01 εγγραφή χρήστη
利用者の認証 りようしゃのにんしょう
ουσιαστικό
- 01 ταυτοποίηση χρήστη
利用者マニュアル りようしゃマニュアル
ουσιαστικό
- 01 εγχειρίδιο χρήστη, οδηγός χρήσης
利用者機能 りようしゃきのう
ουσιαστικό
- 01 λειτουργία χρήστη
利用者機能体 りようしゃきのうたい
ουσιαστικό
- 01 πράκτορας χρήστη, πράκτορας υπηρεσίας, λογισμικό περιήγησης
利用者座標 りようしゃざひょう
ουσιαστικό
- 01 συντεταγμένη χρήστη
利用者証明証 りようしゃしょうめいしょう
ουσιαστικό
- 01 πιστοποιητικό χρήστη, πιστοποιητικό
利用者定義演算 りようしゃていぎえんざん
ουσιαστικό
- 01 τελεστής οριζόμενος από τον χρήστη
利用者定義代入文 りようしゃていぎだいにゅうぶん
ουσιαστικό
- 01 εντολή ανάθεσης οριζόμενη από τον χρήστη
利用便覧 りようびんらん
ουσιαστικό
- 01 εγχειρίδιο χρήστη
利益管理 りえきかんり
ουσιαστικό
- 01 διαχείριση κερδών
利かし きかし
ουσιαστικό
- 01 αναγκαστική κίνηση, κικάσι
利雪 りせつ
ουσιαστικό
- 01 αποτελεσματική αξιοποίηση του χιονιού (ως πόρου)
利休流 りきゅうりゅう
ουσιαστικό
- 01 σχολή Ρικιού στην τελετή τσαγιού (δηλαδή η σχολή Σένκε)
利権ビジネス りけんビジネス
ουσιαστικό
- 01 επιχείρηση στην οποία έχει παραχωρηθεί άδεια εκμετάλλευσης, δικαιούχος παραχώρησης