133 αποτελέσματα για «制»

制作者 せいさくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 παραγωγός (ταινίας, θεάτρου, τηλεόρασης κ.λπ.), κατασκευαστής, δημιουργός, προγραμματιστής
制度的 せいどてき

επίθετο

  1. 01 συστημικός
制動力 せいどうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 δύναμη πέδησης, ισχύς πέδησης
制限付き株式 せいげんつきかぶしき

ουσιαστικό

  1. 01 μετοχές με περιορισμό μεταβίβασης
制震構造 せいしんこうぞう

ουσιαστικό

  1. 01 δομή σεισμικού ελέγχου, κατασκευή απόσβεσης κραδασμών
制御工学 せいぎょこうがく

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανική ελέγχου
制御性T細胞 せいぎょせいティーさいぼう

ουσιαστικό

  1. 01 ρυθμιστικό Τ-λεμφοκύτταρο
制汗スプレー せいかんスプレー

ουσιαστικό

  1. 01 σπρέι κατά της εφίδρωσης, αποσμητικό σπρέι
制限値 せいげんち

ουσιαστικό

  1. 01 οριακή τιμή, τιμή περιορισμού
制輪子 せいりんし

ουσιαστικό

  1. 01 σιγόπεδο, πέδιλο φρένου
制腐剤 せいふざい

ουσιαστικό

  1. 01 αντισηπτικό
制咤迦 せいたか

ουσιαστικό

  1. 01 Σεϊτάκα (θεότητα του Σιντοϊσμού)
  1. 01 σύστημα
  2. 02 νόμος
  3. 03 κανόνας, ρύθμιση, έλεγχος