183 αποτελέσματα για «加»
加号 かごう
ουσιαστικό
- 01 σύμβολο συν, σύμβολο πρόσθεσης
加除式 かじょしき
ουσιαστικό
- 01 με φυλλαδιοδεσία, με δυνατότητα αφαίρεσης και προσθήκης φύλλων
加振 かしん
ουσιαστικό
- 01 διέγερση
加糖粉乳 かとうふんにゅう
ουσιαστικό
- 01 ζαχαρούχο γάλα σε σκόνη
加年 かねん
ουσιαστικό
- 01 πρόσθεση ετών
加配 かはい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πρόσθετη μερίδα
加判人 かはんにん
ουσιαστικό
- 01 συνυπογράφων
加薬 かやく
ουσιαστικό
- 01 μπαχαρικά, καρυκεύματα, αρτύματα
- 02 βοηθητικό συστατικό (στην κινεζική ιατρική), προσθήκη βοηθητικού συστατικού
- 03 κρέας, ψάρι, λαχανικά κ.ά. που προστίθενται στο ρύζι ή στα ούντον (π.χ. για την παρασκευή γκομόκου μέσι)
加硫法 かりゅうほう
ουσιαστικό
- 01 βουλκανισμός
加薬飯 かやくめし
ουσιαστικό
- 01 ρύζι μαγειρεμένο με διάφορα υλικά, όπως ψάρι ή κρέας και λαχανικά
加鉛ガソリン かえんガソリン
ουσιαστικό
- 01 μολυβδούχος βενζίνη
加速度原理 かそくどげんり
ουσιαστικό
- 01 αρχή της επιτάχυνσης
加糖練乳 かとうれんにゅう
ουσιαστικό
- 01 ζααχαρούχο συμπυκνωμένο γάλα
加電圧 かでんあつ
ουσιαστικό
- 01 υπέρταση, υπέρταση
加虐性愛 かぎゃくせいあい
ουσιαστικό
- 01 σαδισμός
加群 かぐん
ουσιαστικό
- 01 μονάδα
加入電信 かにゅうでんしん
ουσιαστικό
- 01 τηλετύπος
加齢黄斑変性症 かれいおうはんへんせいしょう
ουσιαστικό
- 01 ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας
加持身 かじしん
ουσιαστικό
- 01 το σώμα του Βούδα μέσα σε έναν ασκούμενο (εσώτερος Βουδισμός)
- 02 αλτρουιστική εκδηλωμένη μορφή του Μαχαβαϊροκάνα (νέος Σινγκόν)
加わった呼量 くわわったこりょう
ουσιαστικό
- 01 προσφερόμενο φορτίο