299 αποτελέσματα για «半»

半長靴 はんながぐつ

ουσιαστικό

  1. 01 ημίμποτα, μποτάκια
半夏 はんげ

ουσιαστικό

  1. 01 πινέλλια (κόνδυλος της πινέλλιας)
  2. 02 ενδέκατη ημέρα μετά το θερινό ηλιοστάσιο, η τελευταία ημέρα σποράς και μεταφύτευσης ρυζιού
半田ごて はんだごて

ουσιαστικό

  1. 01 κολλητήρι
半間 はんま

ουσιαστικό

  1. 01 κάτι ημιτελές, κάτι ατελές
  2. 02 ανόητος
半旗 はんき

ουσιαστικό

  1. 01 μεσίστια σημαία
半畳を入れる はんじょうをいれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 διακόπτω, ειρωνεύομαι
半パン はんパン

ουσιαστικό

  1. 01 σορτς, κοντό παντελόνι
半夏生 はんげしょう

ουσιαστικό

  1. 01 σαούρουρος ο κινέζικος (Saururus chinensis)
  2. 02 ενδέκατη ημέρα μετά το θερινό ηλιοστάσιο, τελευταία ημέρα για τη σπορά και τη μεταφύτευση του ρυζιού
半音階 はんおんかい

ουσιαστικό

  1. 01 χρωματική κλίμακα
半衿 はんえり

ουσιαστικό

  1. 01 κολλάρο, περιλαίμιο (σε κιμονό)
半農半漁 はんのうはんぎょ

ουσιαστικό

  1. 01 ημιαγροτικός και ημιαλιευτικός (αναφερόμενο σε χωριό ή οικονομία)
半解 はんかい

ουσιαστικό

  1. 01 ημιτελής κατανόηση, εν μέρει κατανοητός
半ぺら はんぺら

ουσιαστικό

  1. 01 μισό κομμάτι χαρτί, χαρτί μισού μεγέθους, απόκομμα (εισιτηρίου)
半貴石 はんきせき

ουσιαστικό

  1. 01 ημιπολύτιμοι λίθοι
半ドア はんドア

ουσιαστικό

  1. 01 μισάνοιχτη πόρτα αυτοκινήτου, πόρτα αυτοκινήτου που δεν έχει κλείσει καλά, πόρτα που έχει μείνει μισάνοιχτη
半輪 はんりん

ουσιαστικό

  1. 01 ημικύκλιο, μισοφέγγαρο
半固体 はんこたい

ουσιαστικό

  1. 01 ημιστέρεος
半句 はんく

ουσιαστικό

  1. 01 σύντομη λέξη
半濁点 はんだくてん

ουσιαστικό

  1. 01 χαντακουτέν, διακριτικό σημείο που χρησιμοποιείται με τα κάνα και μετατρέπει τον ήχο «χ» σε ήχο «π»
半獣神 はんじゅうしん

ουσιαστικό

  1. 01 ημίθεος τράγος, σάτυρος, Πάνας, Φαύνος