320 αποτελέσματα για «単»
単走 たんそう
ουσιαστικό
- 01 πρώτη ή μεμονωμένη διαδρομή σε αγώνα (γκραν πρι, ιπποδρομία, κ.λπ.)
単著 たんちょ
ουσιαστικό
- 01 μονογραφία (συγγραφή βιβλίου, άρθρου κ.λπ. από ένα μόνο άτομο), έργο με έναν συγγραφέα
単一言語 たんいつげんご
ουσιαστικό
- 01 μονόγλωσσος, μονόγλωσσος
単精度 たんせいど
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 απλή ακρίβεια
単純承認 たんじゅんしょうにん
ουσιαστικό
- 01 ανεπιφύλακτη αποδοχή (κληρονομιάς), απόλυτη αποδοχή
単方向通信 たんほうこうつうしん
ουσιαστικό
- 01 μονόδρομη επικοινωνία
単級 たんきゅう
ουσιαστικό
- 01 μονοθέσια (σχολική τάξη)
単語表 たんごひょう
ουσιαστικό
- 01 κατάλογος λέξεων λεξιλογίου
単調減少数列 たんちょうげんしょうすうれつ
ουσιαστικό
- 01 μονότονα φθίνουσα ακολουθία
単独主義 たんどくしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 μονομερής δράση, μονομερισμός
単位取得退学 たんいしゅとくたいがく
άλλο
- 01 ολοκλήρωση προγράμματος σπουδών χωρίς τη λήψη πτυχίου (κατάσταση κατά την οποία ο φοιτητής έχει ολοκληρώσει τις απαιτούμενες διδακτικές μονάδες αλλά αποχωρεί από το ίδρυμα πριν από την απονομή του τίτλου), αποχώρηση από πρόγραμμα σπουδών έχοντας ολοκληρώσει τις προβλεπόμενες διδακτικές μονάδες
単位元 たんいげん
ουσιαστικό
- 01 ουδέτερο στοιχείο
単式簿記 たんしきぼき
ουσιαστικό
- 01 απλογραφικό σύστημα λογιστικής
単位記号 たんいきごう
ουσιαστικό
- 01 σύμβολο μονάδας
単科大学 たんかだいがく
ουσιαστικό
- 01 μονοτμηματικό πανεπιστήμιο, μονοσχολική ανώτατη σχολή
単独行動主義 たんどくこうどうしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 μονομερής ενέργεια
単4 たんよん
ουσιαστικό
- 01 μπαταρία τύπου ΑΑΑ
単原子分子 たんげんしぶんし
ουσιαστικό
- 01 μονοατομικό μόριο
単焦点レンズ たんしょうてんレンズ
ουσιαστικό
- 01 φακός σταθερής εστιακής απόστασης, σταθερός φακός
単振動 たんしんどう
ουσιαστικό
- 01 απλή αρμονική ταλάντωση