331 αποτελέσματα για «原»

原画マン げんがマン

ουσιαστικό

  1. 01 βασικός ανιμέιτερ, επικεφαλής ανιμέιτερ
原子病 げんしびょう

ουσιαστικό

  1. 01 ασθένεια της ακτινοβολίας
原子力委員会 げんしりょくいいんかい

ουσιαστικό

  1. 01 Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας (ΗΠΑ)
原子量 げんしりょう

ουσιαστικό

  1. 01 ατομικό βάρος
原料費 げんりょうひ

ουσιαστικό

  1. 01 κόστος πρώτων υλών
原子時計 げんしどけい

ουσιαστικό

  1. 01 ατομικό ρολόι
原子説 げんしせつ

ουσιαστικό

  1. 01 ατομική θεωρία
原籍地 げんせきち

ουσιαστικό

  1. 01 μόνιμη κατοικία
原頭 げんとう

ουσιαστικό

  1. 01 το πεδίο, ο χώρος παρέλασης
原子力施設 げんしりょくしせつ

ουσιαστικό

  1. 01 πυρηνική εγκατάσταση, πυρηνικό εργοστάσιο
原寸 げんすん

ουσιαστικό

  1. 01 πραγματικό μέγεθος, φυσικό μέγεθος
原注 げんちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 σημειώσεις συγγραφέα, πρωτότυπα σχόλια
原爆症 げんばくしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ασθένεια της ατομικής βόμβας, συμπτώματα ακτινοβολίας που προκαλούνται από ατομική βόμβα (π.χ. υψηλός πυρετός, ναυτία), νόσος που οφείλεται στην έκθεση σε ακτινοβολία ατομικής βόμβας (π.χ. λευχαιμία, κακοήθεις όγκοι)
原判決 げんはんけつ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχική δικαστική απόφαση, απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου
原画展 げんがてん

ουσιαστικό

  1. 01 έκθεση πρωτότυπων σχεδίων
原品 げんぴん

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτότυπο προϊόν
原始プログラム げんしプログラム

ουσιαστικό

  1. 01 πηγαίος κώδικας
原作レイプ げんさくレイプ

ουσιαστικό

  1. 01 άπιστη προσαρμογή, αποτυχημένη διασκευή, κακόγουστη παράγωγη δημιουργία
原資産 げんしさん

ουσιαστικό

  1. 01 υποκείμενο περιουσιακό στοιχείο, υποκείμενος τίτλος, υποκείμενο μέσο
原油生産 げんゆせいさん

ουσιαστικό

  1. 01 παραγωγή αργού πετρελαίου