278 αποτελέσματα για «古»
古代紫 こだいむらさき
ουσιαστικό
- 01 κοκκινωπό μωβ
古記 こき
ουσιαστικό
- 01 αρχαία χρονικά, παλαιά έγγραφα
古生物学 こせいぶつがく
ουσιαστικό
- 01 παλαιοντολογία
古法 こほう
ουσιαστικό
- 01 παλαιά μέθοδος
- 02 παλαιός νόμος
古往今来 こおうこんらい
επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 διαχρονικά, από αρχαιοτάτων χρόνων
古馬 こば
ουσιαστικό
- 01 άλογο ηλικίας τεσσάρων ετών και άνω (συνήθως σε ιπποδρομίες)
古格 こかく
ουσιαστικό
- 01 σύμβαση, χρήση, παλαιά έθιμα, παλαιά εθιμοτυπία
古語辞典 こごじてん
ουσιαστικό
- 01 λεξικό αρχαϊσμών
古言 こげん
ουσιαστικό
- 01 παροιμία, παλιά έκφραση
- 02 παλιά γλώσσα, αρχαία γλώσσα, αρχαϊκή λέξη
古曲 こきょく
ουσιαστικό
- 01 παλιά μουσική
古今独歩 ここんどっぽ
ουσιαστικό
- 01 απαράμιλλος στην ιστορία, ανεπανάληπτος στην ιστορία
古詩 こし
ουσιαστικό
- 01 αρχαία ποιήματα
古写本 こしゃほん
ουσιαστικό
- 01 παλαιό χειρόγραφο, κώδικας
古生代 こせいだい
ουσιαστικό
- 01 παλαιοζωικός αιώνας
古今無類 ここんむるい
ουσιαστικό
- 01 ο καλύτερος όλων των εποχών
古典学 こてんがく
ουσιαστικό
- 01 κλασικές σπουδές, κλασική φιλολογία
古生物 こせいぶつ
ουσιαστικό
- 01 εξαφανισμένα φυτά και ζώα
古記録 こきろく
ουσιαστικό
- 01 ιστορικό έγγραφο που συντάσσεται χωρίς συγκεκριμένο αποδέκτη (π.χ. ημερολόγιο)
古伝説 こでんせつ
ουσιαστικό
- 01 παλιά παράδοση
古生物学者 こせいぶつがくしゃ
ουσιαστικό
- 01 παλαιοντολόγος