420 αποτελέσματα για «同»
同年輩 どうねんぱい
ουσιαστικό
- 01 συνομήλικος
同体 どうたい
ουσιαστικό
- 01 ως μια σάρκα ή σώμα, ταυτόχρονα
同心円 どうしんえん
ουσιαστικό
- 01 ομόκεντροι κύκλοι
同上 どうじょう
ουσιαστικό
- 01 το ίδιο με τα παραπάνω, ομοίως, ό.π.
同校 どうこう
ουσιαστικό
- 01 το ίδιο σχολείο
- 02 το εν λόγω σχολείο
同宿 どうしゅく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διαμονή στο ίδιο κατάλυμα
同位 どうい
ουσιαστικό
- 01 ίδια κατάταξη, ίδιο ψηφίο
同じゅうする おなじゅうする
άλλο, ρήμα
- 01 εξισώνω, κάνω το ίδιο, έχω το ίδιο, είμαι του ίδιου
同好 どうこう
ουσιαστικό
- 01 παρόμοια γούστα
同系色 どうけいしょく
ουσιαστικό
- 01 παρόμοιο χρώμα, ανάλογο χρώμα
同着 どうちゃく
ουσιαστικό
- 01 ταυτόχρονη άφιξη
同時展開 どうじてんかい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ταυτόχρονη ανάπτυξη, διασπορά την ίδια χρονική στιγμή (π.χ. δύο φαινομένων)
同母 どうぼ
ουσιαστικό
- 01 ίδια μητέρα
同業他社 どうぎょうたしゃ
ουσιαστικό
- 01 άλλες εταιρείες του ίδιου κλάδου, ανταγωνιστικές επιχειρήσεις
同系 どうけい
ουσιαστικό
- 01 συνδεδεμένος, συγγενικός
同情者 どうじょうしゃ
ουσιαστικό
- 01 συμπαθών, υποστηρικτής
同人ゲーム どうじんゲーム
ουσιαστικό
- 01 βιντεοπαιχνίδι που δημιουργείται από χομπίστες, ερασιτεχνικό παιχνίδι, ντότζιν γκέιμ
同梱 どうこん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συμπερίληψη (σε πακέτο), συνσυσκευασία
同役 どうやく
ουσιαστικό
- 01 συνάδελφος
同藩 どうはん
ουσιαστικό
- 01 ίδιο φέουδο, ίδια επαρχία