328 αποτελέσματα για «名»
名僧 めいそう
ουσιαστικό
- 01 επιφανής ιερέας, διάσημος ιερέας
名勝 めいしょう
ουσιαστικό
- 01 γραφική τοποθεσία, σημείο φυσικού κάλλους, αξιοθέατο
名山 めいざん
ουσιαστικό
- 01 διάσημο βουνό
名義上 めいぎじょう
ουσιαστικό
- 01 ονομαστικός, κατ' όνομα μόνο, τιτουλάριος
名聞 めいぶん
ουσιαστικό
- 01 φήμη, υπόληψη
名木 めいぼく
ουσιαστικό
- 01 ιστορικό δέντρο, δέντρο με ιστορική σημασία
- 02 εξαιρετική ξυλεία, πολύτιμο ξύλο, επιλεγμένο ξύλο
名をなす なをなす
άλλο, ρήμα
- 01 γίνομαι διάσημος, αποκτώ όνομα
名目的 めいもくてき
επίθετο
- 01 ονομαστικός, κατ' όνομα μόνο, μόνο τυπικός
名機 めいき
ουσιαστικό
- 01 εξαιρετικό μηχάνημα, εξαιρετική συσκευή (π.χ. φωτογραφική μηχανή)
- 02 εξαιρετικό αεροσκάφος
名人戦 めいじんせん
ουσιαστικό
- 01 Μεϊτζίν-σεν (ετήσιο επαγγελματικό τουρνουά σόγκι για την κατάκτηση τίτλου)
- 02 Μεϊτζίν-σεν (ετήσιο επαγγελματικό τουρνουά γκο)
- 03 Μεϊτζίν-σεν (ετήσιο αγωνιστικό τουρνουά καρούτα για την κατάκτηση τίτλου)
名門大学 めいもんだいがく
ουσιαστικό
- 01 κορυφαίο πανεπιστήμιο
名刹 めいさつ
ουσιαστικό
- 01 διάσημος ναός
名花 めいか
ουσιαστικό
- 01 διάσημο άνθος, όμορφη γυναίκα
名流 めいりゅう
ουσιαστικό
- 01 διασημότητες, επιφανή πρόσωπα
名水 めいすい
ουσιαστικό
- 01 διάσημο μεταλλικό νερό, διάσημη πηγή, διάσημο ποτάμι
名選手 めいせんしゅ
ουσιαστικό
- 01 σπουδαίος αθλητής, κορυφαίος παίκτης
名前付き なまえつき
άλλο
- 01 ονομασμένος, με ετικέτα
名望 めいぼう
ουσιαστικό
- 01 φήμη, υπόληψη
名題 なだい
ουσιαστικό
- 01 πρωταγωνιστής (για παράδειγμα σε παράσταση καμπούκι)
名妓 めいぎ
ουσιαστικό
- 01 διάσημη γκέισα, ταλαντούχα γκέισα, όμορφη γκέισα