260 αποτελέσματα για «回»
回生ブレーキ かいせいブレーキ
ουσιαστικό
- 01 αναγεννητικό φρένο
回読 かいどく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διαβάζω εκ περιτροπής, κυκλοφορώ ένα βιβλίο (ανάμεσα σε φίλους)
回り合わせ まわりあわせ
ουσιαστικό
- 01 μοίρα, τύχη, συγκυρία
回帰的 かいきてき
επίθετο
- 01 αναδρομικός
回路基板 かいろきばん
ουσιαστικό
- 01 πλακέτα κυκλώματος
回訓 かいくん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 οδηγίες που αποστέλλονται ως απάντηση σε ερώτημα (από πρεσβεία, προξενείο, κ.λπ.)
回復体位 かいふくたいい
ουσιαστικό
- 01 θέση ανάνηψης
回虫症 かいちゅうしょう
ουσιαστικό
- 01 ασκαριδίαση, νόσος από ασκαρίδες
回転子 かいてんし
ουσιαστικό
- 01 ρότορας, δρομέας
回転楕円体 かいてんだえんたい
ουσιαστικό
- 01 σφαιροειδές
回線帯域 かいせんたいいき
ουσιαστικό
- 01 εύρος ζώνης γραμμής
回教国 かいきょうこく
ουσιαστικό
- 01 ισλαμική χώρα
回り遠い まわりどおい
επίθετο
- 01 περιφραστικός, έμμεσος
回報 かいほう
ουσιαστικό
- 01 εγκύκλιος, κυκλοφορούσα επιστολή, απάντηση
回章 かいしょう
ουσιαστικό
- 01 εγκύκλιος, κυκλοφορούσα επιστολή
- 02 απαντητική επιστολή, γράμμα απάντησης
回視 かいし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναδρομή (στο παρελθόν)
- 02 κοίταγμα γύρω, επισκόπηση
回転機 かいてんき
ουσιαστικό
- 01 περιστροφικό μηχάνημα
回帰線 かいきせん
ουσιαστικό
- 01 τροπικός (Καρκίνου και Αιγόκερω)
- 02 γραμμή παλινδρόμησης
回線容量 かいせんようりょう
ουσιαστικό
- 01 χωρητικότητα γραμμής, χωρητικότητα κυκλώματος
回転角 かいてんかく
ουσιαστικό
- 01 γωνία περιστροφής