167 αποτελέσματα για «塩»

塩化錫 えんかすず

ουσιαστικό

  1. 01 χλωριούχος κασσίτερος
塩化硫黄 えんかいおう

ουσιαστικό

  1. 01 χλωριούχο θείο
塩基性塩 えんきせいえん

ουσιαστικό

  1. 01 βασικό άλας
塩基性岩 えんきせいがん

ουσιαστικό

  1. 01 βασικό πέτρωμα
塩基性酸化物 えんきせいさんかぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 βασικό οξείδιο
塩基性染料 えんきせいせんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 βασική χρωστική
塩生植物 えんせいしょくぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 αλοφυτικό φυτό
塩素爆鳴気 えんそばくめいき

ουσιαστικό

  1. 01 αέριο χλωρίου-υδρογόνου, εκρηκτικό μείγμα χλωρίου και υδρογόνου
塩類腺 えんるいせん

ουσιαστικό

  1. 01 αλατοφόρος αδένας
塩酸イリノテカン えんさんイリノテカン

ουσιαστικό

  1. 01 υδροχλωρική ιρινοτεκάνη (αντικαρκινικό φάρμακο)
塩籠 しおかご

ουσιαστικό

  1. 01 καλάθι για αλάτι με δακτύλιο
塩撒き しおまき

ουσιαστικό

  1. 01 τελετουργικό ρίψης αλατιού πριν από τον αγώνα σούμο
塩化ビニル管 えんかビニルかん

ουσιαστικό

  1. 01 σωλήνας πολυβινυλοχλωριδίου, σωλήνας PVC
塩莎草 しおくぐ

ουσιαστικό

  1. 01 σιόκουγκου (είδος καλαμιού)
塩橋 えんきょう

ουσιαστικό

  1. 01 αλατογέφυρα
塩水黽 しおあめんぼ

ουσιαστικό

  1. 01 ασκληπιός ο σιρανούι (είδος νεροβάτη)
塩汁鍋 しょっつるなべ

ουσιαστικό

  1. 01 φαγητό κατσαρόλας με λευκόσαρκο ψάρι και σάλτσα σιότσουρου (τοπικό πιάτο της Ακίτα)
塩酸キナプリル えんさんキナプリル

ουσιαστικό

  1. 01 υδροχλωρική κιναπρίλη
塩角 しおかど

ουσιαστικό

  1. 01 έντονη γεύση του (επεξεργασμένου) αλατιού
塩素処理水 えんそしょりすい

ουσιαστικό

  1. 01 χλωριωμένο νερό