203 αποτελέσματα για «太»
太枠 ふとわく
ουσιαστικό
- 01 παχύ πλαίσιο ή πίνακας (σε έντυπα κ.λπ.)
太織り ふとおり
ουσιαστικό
- 01 χοντρό μεταξωτό ύφασμα, αδρό μεταξωτό ύφασμα, μεταξωτό ύφασμα φτιαγμένο από χοντρές ίνες (φουτοΐτο, ταμαΐτο ή νοσιΐτο)
太陽放射 たいようほうしゃ
ουσιαστικό
- 01 ηλιακή ακτινοβολία
太鼓焼き たいこやき
ουσιαστικό
- 01 ιμαγκαβαγιακί, παχύ τηγανίτα γεμισμένη με γλυκό πολτό φασολιών, σερβίρεται ζεστή
太白飴 たいはくあめ
ουσιαστικό
- 01 ζελέ λευκού ρυζιού
太々神楽 だいだいかぐら
ουσιαστικό
- 01 μεγαλοπρεπής παράσταση καγκούρα στο Ισέ
太陽系外縁天体 たいようけいがいえんてんたい
ουσιαστικό
- 01 διαποσειδώνιο αντικείμενο, αντικείμενο πέραν του Ποσειδώνα, TNO
太藺 ふとい
ουσιαστικό
- 01 φούτοϊ, υδροχαρές φυτό της οικογένειας των κυπειροειδών (Scirpus tabernaemontani)
太枘 だぼ
ουσιαστικό
- 01 ξύλινος πείρος, σφήνα
- 02 σύνδεσμος, εγκοπή
太った ふとった
άλλο
- 01 παχύς, εύσωμος, στρουμπουλός, εύρωστος
太マラ ふとマラ
ουσιαστικό
- 01 χοντρό πέος
太書き ふとがき
ουσιαστικό
- 01 χοντρομύτικος (για εργαλεία γραφής)
太古代 たいこだい
ουσιαστικό
- 01 αρχαιοζωικός αιώνας
太平洋安全保障条約 たいへいようあんぜんほしょうじょうやく
ουσιαστικό
- 01 Σύμφωνο Ασφαλείας Άνζους
太陽虫 たいようちゅう
ουσιαστικό
- 01 ηλιοζωάριο
太陽電波 たいようでんぱ
ουσιαστικό
- 01 ηλιακά ραδιοκύματα
太陽日 たいようじつ
ουσιαστικό
- 01 ηλιακή ημέρα
太刀二腰 たちふたこし
ουσιαστικό
- 01 δύο σπαθιά
太陰崇拝 たいいんすうはい
ουσιαστικό
- 01 λατρεία της σελήνης
太腹 ふとばら
ουσιαστικό
- 01 κοιλιά, πλευρά