333 αποτελέσματα για «女»

女房役 にょうぼうやく

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθός, δεξί χέρι, υφιστάμενος, ρόλος συζύγου
女色 じょしょく

ουσιαστικό

  1. 01 γυναικεία ομορφιά ή γοητεία, ερωτική σχέση με γυναίκα, λαγνεία για τις γυναίκες
女盛り おんなざかり

ουσιαστικό

  1. 01 ακμή της γυναικείας ηλικίας
女御 にょうご

ουσιαστικό

  1. 01 αυλική κυρία
女男 おんなおとこ

ουσιαστικό

  1. 01 θηλυπρεπής άνδρας
  2. 02 ανδροπρεπής γυναίκα
女郎花 おみなえし

ουσιαστικό

  1. 01 ομιναέσι (φυτό του γένους Patrinia scabiosifolia), πατρίνια η ψωροειδής, κίτρινη πατρίνια
女に甘い おんなにあまい

άλλο, επίθετο

  1. 01 αδύναμος απέναντι στις γυναίκες, γυναικάς, που έχει αδυναμία στις γυναίκες
女武者 おんなむしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πολεμίστρια, αμαζόνα
女役 おんなやく

ουσιαστικό

  1. 01 γυναικείος ρόλος (για παράδειγμα στον κινηματογράφο)
  2. 02 επάγγελμα που θεωρείται κατάλληλο για γυναίκα
  3. 03 παθητικός ρόλος σε ομοφυλοφιλική σχέση μεταξύ ανδρών
女部屋 おんなべや

ουσιαστικό

  1. 01 δωμάτιο για τις υπηρέτριες
  2. 02 δωμάτιο όπου βρίσκονται γυναίκες
  3. 03 φυλακή για γυναίκες
女院 にょういん

ουσιαστικό

  1. 01 γυναίκα στην οποία απονεμήθηκε ο τίτλος «ιν» (συνήθως αυτοκράτειρα, αυτοκρατορική πριγκίπισσα κ.λπ.)
女冥利 おんなみょうり

ουσιαστικό

  1. 01 η χαρά του να γεννιέσαι γυναίκα, η ευτυχία του να είσαι γυναίκα
女性蔑視 じょせいべっし

ουσιαστικό

  1. 01 μισογυνισμός, διακρίσεις κατά των γυναικών, σεξισμός
女囚 じょしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 γυναίκα φυλακισμένη, γυναίκα κατάδικος
女性遍歴 じょせいへんれき

ουσιαστικό

  1. 01 το ιστορικό των ερωτικών σχέσεων κάποιου με γυναίκες
女体盛り にょたいもり

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνική σερβιρίσματος σούσι ή σασίμι πάνω στο γυμνό σώμα μιας γυναίκας
女っぷり おんなっぷり

ουσιαστικό

  1. 01 θηλυκότητα, γυναικεία γοητεία
女流棋士 じょりゅうきし

ουσιαστικό

  1. 01 επαγγελματίας γυναίκα σόγκι παίκτρια, επαγγελματίας γυναίκα γκο παίκτρια
女王らしい じょおうらしい

επίθετο

  1. 01 βασιλικός, που ταιριάζει σε βασίλισσα
女気 おんなけ

ουσιαστικό

  1. 01 γυναικεία παρουσία