203 αποτελέσματα για «子»
子安地蔵 こやすじぞう
ουσιαστικό
- 01 κογιασου-τζίζο, ο φύλακας μποντισάτβα της τεκνογονίας
子の日の松 ねのひのまつ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 πευκοβλάστο που ξεριζώνεται κατά τη διάρκεια του νενοχινοασόμπι
子局 こきょく
ουσιαστικό
- 01 υποσταθμός (υπολογιστές)
子持昆布 こもちこんぶ
ουσιαστικό
- 01 κομότσι κόνμπου (φύκια με αυγά ρέγγας, τύπος σούσι)
子宮内膜炎 しきゅうないまくえん
ουσιαστικό
- 01 ενδομητρίτιδα
子ら こら
ουσιαστικό
- 01 παιδιά
子宮頸がん しきゅうけいがん
ουσιαστικό
- 01 καρκίνος του τραχήλου της μήτρας
子ギャル こギャル
ουσιαστικό
- 01 κογκιαρού, κογκάλ, έφηβη μαθήτρια με στυλ ντυσίματος που χαρακτηρίζεται από κοντές φούστες, φαρδιές κάλτσες, καφέ βαμμένα μαλλιά και σκουρόχρωμο μαύρισμα (υποκουλτούρα της δεκαετίας του 1990)
子嚢 しのう
ουσιαστικό
- 01 ασκός, θήκη σπόρων
子海豹 こあざらし
ουσιαστικό
- 01 μωρό φώκιας
子ども室 こどもしつ
ουσιαστικό
- 01 παιδικό δωμάτιο
子を見ること親に如かず こをみることおやにしかず
άλλο
- 01 κανένας δεν ξέρει το παιδί καλύτερα από τον γονέα του
子午環 しごかん
ουσιαστικό
- 01 μεσημβρινός κύκλος, κύκλος διαβάσεων
子宮後屈 しきゅうこうくつ
ουσιαστικό
- 01 οπισθοκλισή της μήτρας, κλίση της μήτρας προς τα πίσω
子音群 しいんぐん
ουσιαστικό
- 01 σύμπλεγμα συμφώνων
子の刻 ねのこく
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ώρα του Ποντικού (περίπου τα μεσάνυχτα, από τις 11 μ.μ. έως τη 1 π.μ., ή από τα μεσάνυχτα έως τις 2 π.μ.)
子音性 しいんせい
ουσιαστικό
- 01 συμφωνικός
子嚢菌 しのうきん
ουσιαστικό
- 01 ασκομύκητας, ασκομύκητας (μύκητας που σχηματίζει ασκούς)
子持ち甘藍 こもちかんらん
ουσιαστικό
- 01 λαχανάκι Βρυξελλών
子宮旁結合織 しきゅうぼうけつごうしき
ουσιαστικό
- 01 παραμήτριο