233 αποτελέσματα για «安»
安宅船 あたけぶね
ουσιαστικό
- 01 μεγάλο πολεμικό πλοίο της περιόδου Μουρομάτσι και της πρώιμης περιόδου Έντο
安元 あんげん
ουσιαστικό
- 01 Άνγκεν (ιαπωνική εποχή από 28/7/1175 έως 4/8/1177)
安全帽 あんぜんぼう
ουσιαστικό
- 01 προστατευτικό κράνος, κράνος μηχανής, κράνος ασφαλείας
安気 あんき
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 ξένοιαστος, άνετος, αναπαυτικός
安倍川餅 あべかわもち
ουσιαστικό
- 01 αμπεκάβα μότσι, ρυζόπιτα με σκόνη σόγιας κινάκο
安全係数 あんぜんけいすう
ουσιαστικό
- 01 συντελεστής ασφαλείας
安保闘争 あんぽとうそう
ουσιαστικό
- 01 εκστρατεία κατά της Συνθήκης Ασφαλείας Ιαπωνίας-ΗΠΑ (1959-60, 1970)
安康 あんこう
ουσιαστικό
- 01 ήρεμη και ειρηνική περίοδος
安く上げる やすくあげる
άλλο, ρήμα
- 01 εκτελώ κάτι οικονομικά, περιορίζω το κόστος, ολοκληρώνω μια εργασία με χαμηλό κόστος
安物買いの銭失い やすものがいのぜにうしない
άλλο
- 01 το φθηνό το κρέας το τρώει ο σκύλος, σπαταλάω χρήματα σε ένα φθηνό προϊόν
安貞 あんてい
ουσιαστικό
- 01 περίοδος Αντέι (10 Δεκεμβρίου 1227 – 5 Μαρτίου 1229)
安固 あんこ
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 ασφαλής, στερεός, σταθερός
安納芋 あんのういも
ουσιαστικό
- 01 γλυκοπατάτα με πορτοκαλί σάρκα
- 02 γλυκοπατάτα
安全情報 あんぜんじょうほう
ουσιαστικό
- 01 πληροφορία ασφαλείας, δελτίο ασφαλείας
安静時 あんせいじ
ουσιαστικό
- 01 σε κατάσταση ηρεμίας, κατά την ανάπαυση
安全剃刀 あんぜんかみそり
ουσιαστικό
- 01 ξυριστική μηχανή ασφαλείας
安心・安全 あんしんあんぜん
άλλο, επίθετο, ουσιαστικό
- 01 ασφαλής και σίγουρος, ασφαλής και χωρίς άγχος
安息香 あんそくこう
ουσιαστικό
- 01 βενζόη
安全灯 あんぜんとう
ουσιαστικό
- 01 λυχνία ασφαλείας
安山岩 あんざんがん
ουσιαστικό
- 01 ανδεσίτης