190 αποτελέσματα για «定»

定時性 ていじせい

ουσιαστικό

  1. 01 συνέπεια (όσον αφορά τα μέσα μαζικής μεταφοράς), αξιοπιστία
定期業務 ていきぎょうむ

ουσιαστικό

  1. 01 προγραμματισμένη εργασία, τακτική εργασία
定年離婚 ていねんりこん

ουσιαστικό

  1. 01 διαζύγιο ζευγαριού μετά από μακροχρόνια έγγαμη συμβίωση (που προκαλείται από τη συνταξιοδότηση του συζύγου)
定性分析 ていせいぶんせき

ουσιαστικό

  1. 01 ποιοτική ανάλυση
定言 ていげん

ουσιαστικό

  1. 01 κατηγορηματική πρόταση
定員枠 ていいんわく

ουσιαστικό

  1. 01 ποσόστωση (για υποψηφίους, προσωπικό κ.ά.), χωρητικότητα
定期昇給 ていきしょうきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 τακτική (ετήσια) μισθολογική αύξηση
定形外郵便物 ていけいがいゆうびんぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 ταχυδρομικό αντικείμενο μη τυποποιημένων διαστάσεων
定量PCR ていりょうピーシーアール

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοτική αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης, ποσοτική PCR, qPCR
定言的命法 ていげんてきめいほう

ουσιαστικό

  1. 01 κατηγορική προσταγή
定期乗車券 ていきじょうしゃけん

ουσιαστικό

  1. 01 μηνιαία κάρτα απεριορίστων διαδρομών, εισιτήριο διαρκείας
定盤 じょうばん

ουσιαστικό

  1. 01 πλάκα εφαρμογής, επιπέδωμα
定格荷重 ていかくかじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ονομαστική χωρητικότητα, καθαρό φορτίο ανύψωσης
定住人口 ていじゅうじんこう

ουσιαστικό

  1. 01 μόνιμος πληθυσμός
定量分析 ていりょうぶんせき

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοτική ανάλυση
定形郵便物 ていけいゆうびんぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 ταχυδρομικό αντικείμενο κανονικού μεγέθους
定規座 じょうぎざ

ουσιαστικό

  1. 01 Γνώμονας (αστερισμός), ο κανόνας
定言的命令 ていげんてきめいれい

ουσιαστικό

  1. 01 κατηγορική προσταγή
定義可能 ていぎかのう

ουσιαστικό

  1. 01 ορίσιμος
定温動物 ていおんどうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 θερμόαιμο ζώο