269 αποτελέσματα για «家»

家付き いえつき

ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που συνδέεται ή ανήκει σε σπίτι
家庭教育 かていきょういく

ουσιαστικό

  1. 01 κατ' οίκον εκπαίδευση
家従 かじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 οικονόμος, μπάτλερ, υπηρέτης
家賃滞納 やちんたいのう

ουσιαστικό

  1. 01 καθυστέρηση ενοικίου, ληξιπρόθεσμες οφειλές ενοικίου
家内中 かないじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ολόκληρη η οικογένεια, όλα τα μέλη της οικογένειας
家族主義 かぞくしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 οικογενειοκρατία, η αντιμετώπιση της κοινωνίας (ή ενός οργανισμού) ως οικογένεια
家相 かそう

ουσιαστικό

  1. 01 προσανατολισμός, χωροταξία, διάταξη κ.λπ. ενός σπιτιού (που καθορίζει την τύχη των ενοίκων), φυσιογνωμία ενός σπιτιού
家庭円満 かていえんまん

ουσιαστικό

  1. 01 οικογενειακή ευτυχία, αρμονία στο σπίτι
家兄 かけい

ουσιαστικό

  1. 01 ο μεγαλύτερος αδελφός μου (ταπεινωτική έκφραση)
家憲 かけん

ουσιαστικό

  1. 01 οικογενειακό καταστατικό
家族持ち かぞくもち

ουσιαστικό

  1. 01 άνθρωπος με οικογένεια, οικογενειάρχης
家居 いえい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραμονή στο σπίτι
家賃が高い やちんがたかい

άλλο, επίθετο

  1. 01 ακριβός στη μίσθωση
  2. 02 υπερβολικά υψηλά καταταγμένος για τις ικανότητες κάποιου (για παλαιστή)
家庭内別居 かていないべっきょ

ουσιαστικό

  1. 01 συγκατοίκηση υπό το ίδιο στέγη με χωριστή ζωή, διαβίωση χωριστά εντός της ίδιας οικίας
家事労働 かじろうどう

ουσιαστικό

  1. 01 οικιακή εργασία
家着 いえぎ

ουσιαστικό

  1. 01 πρόχειρο ντύσιμο, καθημερινά ρούχα, ρούχα σπιτιού
家具付き かぐつき

ουσιαστικό

  1. 01 επιπλωμένος (διαμέρισμα κ.λπ.)
家集 かしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογή ποιημάτων ουάκα (ενός μόνο ποιητή)
家持ち いえもち

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιοκτήτης κατοικίας, αρχηγός νοικοκυριού
家扶 かふ

ουσιαστικό

  1. 01 οικονόμος, διαχειριστής