826 αποτελέσματα για «小»
小粋 こいき
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 κομψός, σικ, καλαίσθητος, μοντέρνος
- 02 αλαζονικός, προκλητικός
小出し こだし
ουσιαστικό
- 01 σταδιακά, σε μικρές δόσεις
小百合 さゆり
ουσιαστικό
- 01 κρίνος
小気味 こきみ
ουσιαστικό
- 01 συναίσθημα, διάθεση
小鼻 こばな
ουσιαστικό
- 01 ρουθούνια, πτέρυγες της μύτης
小骨 こぼね
ουσιαστικό
- 01 μικρά κόκαλα
小児科 しょうにか N1
ουσιαστικό
- 01 παιδιατρική
小雪 こゆき
ουσιαστικό
- 01 ψιλό χιόνι
小惑星 しょうわくせい
ουσιαστικό
- 01 αστεροειδής
小母さん おばさん N2
ουσιαστικό
- 01 ηλικιωμένη γυναίκα, κυρία
小首 こくび
ουσιαστικό
- 01 κεφάλι
小父 おじ
ουσιαστικό
- 01 ηλικιωμένος, κύριος
小技 こわざ
ουσιαστικό
- 01 λεπτή τεχνική (στο σούμο, στο τζούντο κ.ά.), μικρό κόλπο, επιδέξιος ελιγμός
小洒落る こじゃれる
ρήμα
- 01 είμαι κάπως κομψός, είμαι κάπως σικ
小康状態 しょうこうじょうたい
ουσιαστικό
- 01 κατάσταση μειωμένης δραστηριότητας, ηρεμία, κατάσταση αναστολής, σταθερή κατάσταση
小唄 こうた
ουσιαστικό
- 01 κόουτα, παραδοσιακό δημοτικό τραγούδι που συνοδεύεται από σαμισέν
小節 しょうせつ
ουσιαστικό
- 01 μέτρο (μουσική)
- 02 μικρή παύση (στον γραπτό λόγο)
- 03 ασήμαντες αρχές, δευτερεύουσες λεπτομέρειες
小型犬 こがたけん
ουσιαστικό
- 01 μικρόσωμος σκύλος, σκύλος παιχνίδι
小憎らしい こにくらしい
επίθετο
- 01 εκνευριστικός, ενοχλητικός
- 02 (ειρωνικά) χαριτωμένος, γλυκούλης
小花 こばな
ουσιαστικό
- 01 μικρή τράπουλα χαναφούντα