359 αποτελέσματα για «平»
平民主義 へいみんしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 δημοκρατία
平準化 へいじゅんか
ουσιαστικό
- 01 εξομάλυνση, εξίσωση, μετριασμός (π.χ. της ανεργίας), εναρμόνιση
平和維持軍 へいわいじぐん
ουσιαστικό
- 01 ειρηνευτική δύναμη
平和運動 へいわうんどう
ουσιαστικό
- 01 κίνημα ειρήνης
平行棒 へいこうぼう
ουσιαστικό
- 01 δίζυγο
平行四辺形 へいこうしへんけい
ουσιαστικό
- 01 παραλληλόγραμμο
平々 へいへい
ουσιαστικό
- 01 επίπεδος, συνηθισμένος
平置き ひらおき
ουσιαστικό
- 01 τοποθετημένος οριζόντια, σταθμευμένος οριζόντια, τοποθετημένος επίπεδα, επίπεδος
平和国家 へいわこっか
ουσιαστικό
- 01 φιλειρηνικό κράτος
平和共存 へいわきょうぞん
ουσιαστικό
- 01 ειρηνική συνύπαρξη
平信徒 ひらしんと
ουσιαστικό
- 01 λαϊκός, λαϊκός πληθυσμός
平場 ひらば
ουσιαστικό
- 01 επίπεδο έδαφος
- 02 καθίσματα ακριβώς μπροστά από τη σκηνή (π.χ. στο καμπούκι)
- 03 χώρος έκθεσης πολλών εμπορικών σημάτων (σε κατάστημα)
- 04 πεδίο εκκίνησης που δεν περιέχει φύλλα των 20 πόντων
平作 へいさく
ουσιαστικό
- 01 κανονική σοδειά
平安後期 へいあんこうき
ουσιαστικό
- 01 ύστερη περίοδος Χεϊάν
平屋根 ひらやね
ουσιαστικό
- 01 επίπεδη στέγη
平和会議 へいわかいぎ
ουσιαστικό
- 01 συνέδριο ειρήνης
平成時代 へいせいじだい
ουσιαστικό
- 01 περίοδος Χέισεϊ (8 Ιανουαρίου 1989-30 Απριλίου 2019)
平家琵琶 へいけびわ
ουσιαστικό
- 01 χέικε μπίβα, λαούτο χέικε, μπίβα με 4 χορδές και 5 τάστα, που χρησιμοποιείται κυρίως για τη συνοδεία του Χέικε Μονογκατάρι
- 02 απαγγελία του Χέικε Μονογκατάρι με τη συνοδεία μπίβα
平鍋 ひらなべ
ουσιαστικό
- 01 ρηχό τηγάνι, πλατύ σκεύος μαγειρέματος
平均月収 へいきんげっしゅう
ουσιαστικό
- 01 μέσος μηνιαίος μισθός