281 αποτελέσματα για «引»

引き手 ひきで

ουσιαστικό

  1. 01 δεξί χέρι
引き落とし ひきおとし

ουσιαστικό

  1. 01 χρέωση, ανάληψη
  2. 02 τράβηγμα (αντιπάλου) προς τα κάτω, μετωπικό τράβηγμα προς τα κάτω, χίκι-οτόσι
引換券 ひきかえけん

ουσιαστικό

  1. 01 δελτίο ανταλλαγής, χαρτάκι παραλαβής, κουπόνι, κουπόνι εξαργύρωσης
引き締め ひきしめ

ουσιαστικό

  1. 01 σφίξιμο, σύσφιξη
引き移る ひきうつる

ρήμα

  1. 01 μετοικώ, μετακομίζω, αλλάζω κατοικία
引数 ひきすう

ουσιαστικό

  1. 01 όρισμα (μιας συνάρτησης)
引っくるめる ひっくるめる

ρήμα

  1. 01 συμπεριλαμβάνω τα πάντα, συγκεντρώνω τα πάντα, λαμβάνω υπόψη το σύνολο
引き綱 ひきづな

ουσιαστικό

  1. 01 σχοινί ρυμούλκησης, λουρί σκύλου, σκοινί καμπάνας, κορδόνι ανάρτησης, κορδόνι κουρτίνας
引ったくり ひったくり

ουσιαστικό

  1. 01 αρπαγή τσάντας, κλοπή τσάντας, τσαντάκιας
引っ込みがつかない ひっこみがつかない

άλλο, επίθετο

  1. 01 έχω μπλέξει πολύ για να υποχωρήσω, έχω προχωρήσει τόσο πολύ που δεν υπάρχει επιστροφή
引っ切り無し ひっきりなし

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 συνεχής, αδιάκοπος, ακατάπαυστος, ασταμάτητος
引き回し ひきまわし

ουσιαστικό

  1. 01 περιφορά κάποιου από μέρος σε μέρος
  2. 02 καθοδήγηση
  3. 03 διαπόμπευση εγκληματία στην πόλη πριν από την εκτέλεσή του (περίοδος Έντο)
引っかぶる ひっかぶる

ρήμα

  1. 01 αναλαμβάνω την ευθύνη, τραβώ κάτι πάνω από το κεφάλι μου
引き据える ひきすえる

ρήμα

  1. 01 αναγκάζω κάποιον να καθίσει (με φυσική πίεση)
引き比べる ひきくらべる

ρήμα

  1. 01 συγκρίνω
引率者 いんそつしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχηγός, επικεφαλής, συνοδός
引き返し ひきかえし

ουσιαστικό

  1. 01 επιστροφή, αναστροφή
引きも切らず ひきもきらず

επίρρημα

  1. 01 αδιάκοπα, συνεχώς, ακατάπαυστα, χωρίς σταματημό
引き切る ひききる

ρήμα

  1. 01 πριονίζω
  2. 02 διακόπτω, αναστέλλω, τερματίζω
引っ抱える ひっかかえる

ρήμα

  1. 01 κρατώ σφιχτά
  2. 02 κρατώ σταθερά