126 αποτελέσματα για «形»

形貌 けいぼう

ουσιαστικό

  1. 01 εμφάνιση, χαρακτηριστικά, η μορφή και η σιλουέτα κάποιου, παρουσιαστικό
形質発現 けいしつはつげん

ουσιαστικό

  1. 01 φαινοτυπική έκφραση
形動詞 けいどうし

ουσιαστικό

  1. 01 μετοχή
形式聴牌 けいしきテンパイ

ουσιαστικό

  1. 01 τενπάι χωρίς γιακού, χέρι που απέχει ένα πλακίδιο από την ολοκλήρωση αλλά δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις τυπικές προϋποθέσεις νίκης
形式科学 けいしきかがく

ουσιαστικό

  1. 01 τυπική επιστήμη
  1. 01 σχήμα
  2. 02 μορφή
  3. 03 στυλ