194 αποτελέσματα για «性»

性虐待 せいぎゃくたい

ουσιαστικό

  1. 01 σεξουαλική κακοποίηση
性淘汰 せいとうた

ουσιαστικό

  1. 01 σεξουαλική επιλογή
性の自由 せいのじゆう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 σεξουαλική ελευθερία
性転換症 せいてんかんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 διαφυλικός μετασχηματισμός
性風俗産業 せいふうぞくさんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανία ερωτικών θεαμάτων
性的差別 せいてきさべつ

ουσιαστικό

  1. 01 σεξισμός, έμφυλη διάκριση
性交体位 せいこうたいい

ουσιαστικό

  1. 01 σεξουαλική στάση
性腺摘除 せいせんてきじょ

ουσιαστικό

  1. 01 ευνουχισμός, ορχεκτομή, στειροποίηση
性表現情報 せいひょうげんじょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 σεξουαλικά ρητό υλικό
性遊戯 せいゆうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 σεξουαλικό παιχνίδι
性行為感染症 せいこういかんせんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα, σεξουαλικώς μεταδιδόμενη λοίμωξη, ΣΜΝ, ΣΜΛ
性懲りもなく しょうこりもなく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 αμετανόητος, πεισματάρης, αδιόρθωτος, παρά τις αρνητικές εμπειρίες
性能特性 せいのうとくせい

ουσιαστικό

  1. 01 χαρακτηριστικό απόδοσης
性的逸脱 せいてきいつだつ

ουσιαστικό

  1. 01 σεξουαλική παρέκκλιση, σεξουαλική ανωμαλία
性器ピアス せいきピアス

ουσιαστικό

  1. 01 γεννητικό πίρσινγκ
性的区別のない せいてきくべつのない

άλλο, επίθετο

  1. 01 ουδέτερος ως προς το φύλο
性機能不全 せいきのうふぜん

ουσιαστικό

  1. 01 σεξουαλική δυσλειτουργία
性比 せいひ

ουσιαστικό

  1. 01 αναλογία φύλων
性理学 せいりがく

ουσιαστικό

  1. 01 νεοκομφουκιανισμός (ειδικότερα της δυναστείας των Σονγκ)
性能ペナルティ せいのうペナルティ

ουσιαστικό

  1. 01 μείωση απόδοσης, ποινή απόδοσης