253 αποτελέσματα για «悪»
悪戦 あくせん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σκληρή μάχη, αμφίρροπη αναμέτρηση
悪日 あくにち
ουσιαστικό
- 01 ατυχής ημέρα
悪徒 あくと
ουσιαστικό
- 01 παλιάνθρωπος, κακοποιός, εγκληματίας
悪銭 あくせん
ουσιαστικό
- 01 παράνομα αποκτημένα χρήματα, κακό νομισματικό κέρδος
悪の枢軸 あくのすうじく
άλλο, ουσιαστικό
- 01 άξονας του κακού (Ιράν, Ιράκ και Βόρεια Κορέα)
悪因縁 あくいんねん
ουσιαστικό
- 01 κακή μοίρα
悪因 あくいん
ουσιαστικό
- 01 ρίζα του κακού, κακή αιτία
悪病 あくびょう
ουσιαστικό
- 01 κακιά ασθένεια, κακοήθης νόσος
悪党面 あくとうづら
ουσιαστικό
- 01 κακόβουλη όψη
悪道 あくどう
ουσιαστικό
- 01 κακός δρόμος, αθέμιτη πορεία
悪文 あくぶん
ουσιαστικό
- 01 κακό υφος, πλημμελής γραφή
悪太郎 あくたろう
ουσιαστικό
- 01 ανόητο κακομαθημένο παιδί, άτακτο παιδί, ταραχοποιός
悪徳政治家 あくとくせいじか
ουσιαστικό
- 01 διεφθαρμένος πολιτικός
悪戯坊主 いたずらぼうず
ουσιαστικό
- 01 άτακτο αγόρι, ταραχοποιός, ζωηρά παιδιά
悪書 あくしょ
ουσιαστικό
- 01 επιβλαβές βιβλίο
悪貨 あっか
ουσιαστικό
- 01 κακό νόμισμα
悪を懲らす あくをこらす
άλλο, ρήμα
- 01 τιμωρώ το κακό
悪性度 あくせいど
ουσιαστικό
- 01 κακοήθεια
悪性リンパ腫 あくせいリンパしゅ
ουσιαστικό
- 01 κακόηθες λέμφωμα
悪魔主義 あくましゅぎ
ουσιαστικό
- 01 σατανισμός, λατρεία του διαβόλου