135 αποτελέσματα για «所»

所得税減税 しょとくぜいげんぜい

ουσιαστικό

  1. 01 μείωση φόρου εισοδήματος, φοροελάφρυνση εισοδήματος
所得割 しょとくわり

ουσιαστικό

  1. 01 φόρος εισοδήματος, επιβάρυνση βάσει εισοδήματος
所務 しょむ

ουσιαστικό

  1. 01 εργασία, ρόλος, καθήκον, υπηρεσία
  2. 02 συλλογή φόρου γης (στη φεουδαρχική Ιαπωνία), έσοδα από τον φόρο γης
所掌事務 しょしょうじむ

ουσιαστικό

  1. 01 εύρος αρμοδιοτήτων, πεδίο δραστηριοτήτων υπό τη δικαιοδοσία
所轄税務署 しょかつぜいむしょ

ουσιαστικό

  1. 01 τοπική εφορία, αρμόδια φορολογική αρχή
所定内給与 しょていないきゅうよ

ουσιαστικό

  1. 01 προκαθορισμένες τακτικές αποδοχές
所蔵館 しょぞうかん

ουσιαστικό

  1. 01 βιβλιοθήκη που κατέχει το τεκμήριο
所外 しょがい

ουσιαστικό

  1. 01 εκτός γραφείου, εργαστηρίου, εργοστασίου παραγωγής ενέργειας κ.λπ.
所持人 しょじにん

ουσιαστικό

  1. 01 κομιστής, κάτοχος
所有主 しょゆうぬし

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιοκτήτης, κάτοχος
所在地法 しょざいちほう

ουσιαστικό

  1. 01 τοπικό δίκαιο, δίκαιο της χώρας όπου βρίσκεται μια ιδιοκτησία κ.λπ.
所得金額 しょとくきんがく

ουσιαστικό

  1. 01 ποσό εισοδήματος, ακαθάριστο εισόδημα
所蔵者 しょぞうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιοκτήτης, κάτοχος
所蔵物 しょぞうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 αντικείμενο (σε μια συλλογή κ.λπ.), κομμάτι
  1. 01 μέρος
  2. 02 βαθμός