202 αποτελέσματα για «指»

指定銘柄 していめいがら

ουσιαστικό

  1. 01 καθορισμένη μετοχή
指定解除 していかいじょ

ουσιαστικό

  1. 01 διαγραφή από τον κατάλογο, άρση χαρακτηρισμού
指名試合 しめいじあい

ουσιαστικό

  1. 01 αγώνας διεκδίκησης τίτλου
指差呼称 しさこしょう

ουσιαστικό

  1. 01 δείχνω και φωνάζω (μέθοδος επαγγελματικής ασφάλειας)
指紋押捺 しもんおうなつ

ουσιαστικό

  1. 01 λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων
指数化 しすうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δεικτοποίηση
指定緊急避難場所 していきんきゅうひなんばしょ

ουσιαστικό

  1. 01 ορισμένος χώρος επείγουσας καταφυγής
指名手配者リスト しめいてはいものリスト

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλογος καταζητούμενων
指定学校 していがっこう

ουσιαστικό

  1. 01 καθορισμένο σχολείο, σχολείο προνομιακής εισαγωγής (για πανεπιστήμιο)
指揮所演習 しきじょえんしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ασκηση κεντρου διοικησης
指定感染症 していかんせんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 καθορισμένο λοιμώδες νόσημα
指導標 しどうひょう

ουσιαστικό

  1. 01 πινακίδα σήμανσης, πινακίδα οδηγιών
指示薬 しじやく

ουσιαστικό

  1. 01 δείκτης
指金 ゆびがね

ουσιαστικό

  1. 01 δαχτυλίδι
  2. 02 μεταλλική δακτυλήθρα
  3. 03 δαχτυλίδι που χρησιμοποιείται για τη σύσφιξη του δακτύλου ώστε να γίνει λεπτό και όμορφο
指物師 さしものし

ουσιαστικό

  1. 01 ξυλουργός επίπλων
指結び ゆびむすび

ουσιαστικό

  1. 01 γιούμπι-μουσούμπι (είδος μαρσιποφόρου)
指示先 しじさき

ουσιαστικό

  1. 01 στόχος
指数部 しすうぶ

ουσιαστικό

  1. 01 εκθετικό τμήμα, χαρακτηριστικό (π.χ. στην αναπαράσταση κινητής υποδιαστολής)
指名手配人 しめいてはいじん

ουσιαστικό

  1. 01 καταζητούμενος εγκληματίας
指話法 しわほう

ουσιαστικό

  1. 01 χειρονομική γλώσσα, νοηματική γλώσσα