240 αποτελέσματα για «放»

放火狂 ほうかきょう

ουσιαστικό

  1. 01 πυρομανία, πυρομανής
放射相称 ほうしゃそうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ακτινωτή συμμετρία
放射性炭素 ほうしゃせいたんそ

ουσιαστικό

  1. 01 ραδιοενεργός άνθρακας (δηλαδή άνθρακας-14)
放漫経営 ほうまんけいえい

ουσιαστικό

  1. 01 ανεύθυνη διοίκηση, χαλαρή διοίκηση, αμελής διοίκηση
放送衛星 ほうそうえいせい

ουσιαστικό

  1. 01 τηλεοπτικός δορυφόρος
放送業界 ほうそうぎょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 κλάδος ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών
放射線病 ほうしゃせんびょう

ουσιαστικό

  1. 01 ασθένεια ακτινοβολίας, νόσος από ακτινοβολία
放水砲 ほうすいほう

ουσιαστικό

  1. 01 κανόνι νερού
放電灯 ほうでんとう

ουσιαστικό

  1. 01 λυχνία εκκένωσης
放射性同位体 ほうしゃせいどういたい

ουσιαστικό

  1. 01 ραδιοϊσότοπο, ραδιενεργό ισότοπο
放飼 ほうし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκτροφή ελεύθερης βοσκής, άφεση ζώων για ελεύθερη περιπλάνηση, βόσκηση, απελευθέρωση εντόμων στο φυσικό περιβάλλον
放射性炭素年代測定法 ほうしゃせいたんそねんだいそくていほう

ουσιαστικό

  1. 01 ραδιοχρονολόγηση με άνθρακα-14
放映権 ほうえいけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα τηλεοπτικής μετάδοσης
放射能漏れ ほうしゃのうもれ

ουσιαστικό

  1. 01 διαρροή ραδιενέργειας
放電管 ほうでんかん

ουσιαστικό

  1. 01 σωλήνας εκκένωσης
放射性降下物 ほうしゃせいこうかぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 ραδιενεργά κατάλοιπα
放射線被曝 ほうしゃせんひばく

ουσιαστικό

  1. 01 έκθεση σε ραδιενέργεια
放送大学 ほうそうだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 προγράμματα συνεχιζόμενης εκπαίδευσης που προσφέρονται μέσω ραδιοφώνου ή τηλεόρασης, ανοικτό πανεπιστήμιο
放楽 ほうらく

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχαγωγία, διασκέδαση, ευχαρίστηση
放学 ほうがく

ουσιαστικό

  1. 01 αποβολή από το σχολείο
  2. 02 λήξη μαθημάτων (στο τέλος της ημέρας)