178 αποτελέσματα για «早»

早ゆで はやゆで

ουσιαστικό

  1. 01 γρήγορο βράσιμο (π.χ. ζυμαρικά), ταχύβραστος
早指しチェス はやざしチェス

ουσιαστικό

  1. 01 σκάκι ταχύτητας, σκάκι μπλιτζ
早くとも はやくとも

επίρρημα

  1. 01 το νωρίτερο, στην πιο σύντομη χρονική στιγμή
早期閉経 そうきへいけい

ουσιαστικό

  1. 01 πρόωρη εμμηνόπαυση, πρώιμη εμμηνόπαυση, πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια, POF
早発性痴呆症 そうはつせいちほうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 πρώιμη άνοια
早潮 はやしお

ουσιαστικό

  1. 01 γρήγορη παλίρροια, παλίρροια με ταχεία μεταβολή
早霜 はやじも

ουσιαστικό

  1. 01 πρώιμη παγωνιά
早期解散 そうきかいさん

ουσιαστικό

  1. 01 πρόωρη διάλυση (κοινοβουλίου, δίαιτας, κ.λπ.)
早場米 はやばまい

ουσιαστικό

  1. 01 ρύζι από πρώιμη συγκομιδή, πρώιμο ρύζι
早碁 はやご

ουσιαστικό

  1. 01 γρήγορο γκο (παιχνίδι με περιορισμένο χρόνο σκέψης)
早寿司 はやずし

ουσιαστικό

  1. 01 είδος σούσι με ψάρι μαριναρισμένο σε ξίδι και ρύζι που πιέζεται ελαφρά για ένα βράδυ
早松 さまつ

ουσιαστικό

  1. 01 σαμάτσου (είδος μύκητα)
早まって はやまって

άλλο

  1. 01 εν βιασύνη, βιαστικά
早春賦 そうしゅんふ

ουσιαστικό

  1. 01 ωδή στην πρώιμη άνοιξη
早朝の着 そうちょうのちゃく

ουσιαστικό

  1. 01 άφιξη νωρίς το πρωί
早東戦 そうとうせん

ουσιαστικό

  1. 01 αγώνας μπέιζμπολ μεταξύ του Πανεπιστημίου Γουασέντα και του Πανεπιστημίου του Τόκιο
早め薬 はやめぐすり

ουσιαστικό

  1. 01 φάρμακα για την πρόκληση τοκετού
早期老化症 そうきろうかしょう

ουσιαστικό

  1. 01 προγηρία (ασθένεια που χαρακτηρίζεται από συμπτώματα που υποδηλώνουν πρόωρη γήρανση)
早かろう悪かろう はやかろうわるかろう

άλλο

  1. 01 ό,τι γίνεται βιαστικά γίνεται και πρόχειρα
早苗鳥 さなえどり

ουσιαστικό

  1. 01 μικρός κούκος (Cuculus poliocephalus)