163 αποτελέσματα για «春»
春驟雨 はるしゅうう
ουσιαστικό
- 01 ανοιξιάτικη μπόρα, ανοιξιάτικη βροχή
春窮 しゅんきゅう
ουσιαστικό
- 01 εαρινή έλλειψη αποθεμάτων (πριν από τη συγκομιδή του ρυζιού, του σιταριού, του κριθαριού κ.λπ.)
春宵一刻値千金 しゅんしょういっこくあたいせんきん
άλλο
- 01 μια στιγμή σε μια ανοιξιάτικη βραδιά αξίζει χίλια κομμάτια χρυσού
春花秋月 しゅんかしゅうげつ
ουσιαστικό
- 01 ανοιξιάτικα λουλούδια και το φθινοπωρινό φεγγάρι, η ομορφιά της φύσης καθώς αλλάζει από εποχή σε εποχή
春意 しゅんい
ουσιαστικό
- 01 γαλήνια διάθεση της άνοιξης, αίσθηση της άνοιξης
- 02 σεξουαλική επιθυμία
春紫菀 ハルジオン
ουσιαστικό
- 01 φιλαδέλφεια το φιλάνθη (Erigeron philadelphicus), κοινό φιλάνθη
春霜 しゅんそう
ουσιαστικό
- 01 ανοιξιάτικη παγωνιά
春の宮 はるのみや
ουσιαστικό
- 01 διάδοχος του θρόνου
春繭 はるまゆ
ουσιαστικό
- 01 ανοιξιάτικη σοδειά μεταξοσκώληκα
春虎の尾 はるとらのお
ουσιαστικό
- 01 πολύγονο το λεπτόκαυλο (είδος αναρριχώμενου φυτού)
春霖 しゅんりん
ουσιαστικό
- 01 ανοιξιάτικη βροχή
春日祭 かすがまつり
ουσιαστικό
- 01 Κασούγκα Ματσούρι (γιορτή που πραγματοποιείται στον ναό Κασούγκα Τάισα στη Νάρα στις 13 Μαρτίου)
春荒れ はるあれ
ουσιαστικό
- 01 ανοιξιάτικη καταιγίδα
春塵 しゅんじん
ουσιαστικό
- 01 ανοιξιάτικη σκόνη, παγετός και χιόνι που παρασύρονται σαν σκόνη στον αέρα από τον ανοιξιάτικο άνεμο
春陰 しゅんいん
ουσιαστικό
- 01 συννεφιασμένος ανοιξιάτικος καιρός
春社 しゅんしゃ
ουσιαστικό
- 01 η ανοιξιάτικη ημέρα του τσουνίνοε που είναι πλησιέστερη στην εαρινή ισημερία (ημέρα θρησκευτικής σημασίας για τη σοδειά)
春惜しむ はるおしむ
άλλο, ρήμα
- 01 θρηνώ για το τέλος της άνοιξης
春の湊 はるのみなと
άλλο
- 01 τέλος της άνοιξης
春昼 しゅんちゅう
ουσιαστικό
- 01 ανοιξιάτικη μέρα (που φαντάζει μεγάλη και ήσυχη)
春待月 はるまちづき
ουσιαστικό
- 01 δωδέκατος σεληνιακός μήνας