149 αποτελέσματα για «暗»

暗号同期 あんごうどうき

ουσιαστικό

  1. 01 κρυπτογραφικός συγχρονισμός
暗示宣言 あんじせんげん

ουσιαστικό

  1. 01 έμμεση δήλωση
暗示番地指定 あんじばんちしてい

ουσιαστικό

  1. 01 υπονοούμενη διευθυνσιοδότηση
暗示表現 あんじひょうげん

ουσιαστικό

  1. 01 έμμεση έκφραση
暗証フレーズ あんしょうフレーズ

ουσιαστικό

  1. 01 φράση πρόσβασης
暗黙アドレシング あんもくアドレシング

ουσιαστικό

  1. 01 σιωπηρή διευθυνσιοδότηση
暗黙アドレス指定 あんもくアドレスしてい

ουσιαστικό

  1. 01 έμμεση διευθυνσιοδότηση
暗黙的引用仕様 あんもくてきいんようしよう

ουσιαστικό

  1. 01 ασαφής διεπαφή, εννοούμενη διεπαφή
暗黙範囲符 あんもくはんいふ

ουσιαστικό

  1. 01 τελεστής λήξης αφανούς εμβέλειας
暗黙変換 あんもくへんかん

ουσιαστικό

  1. 01 σιωπηρή μετατροπή
暗黙連結 あんもくれんけつ

ουσιαστικό

  1. 01 έμμεσος σύνδεσμος (ορισμός διεργασίας)
暗刻子 アンコーツ

ουσιαστικό

  1. 01 κρυφή τριάδα, κρυφός τριπλός συνδυασμός
暗屋 くらや

ουσιαστικό

  1. 01 παράνομος οίκος ανοχής (περίοδος Έντο), πορνείο
暗者女 くらものおんな

ουσιαστικό

  1. 01 ιερόδουλη που εργάζεται σε παράνομο οίκο ανοχής (περίοδος Έντο)
暗者 くらもの

ουσιαστικό

  1. 01 ιερόδουλη
  2. 02 απατεώνας, σφετεριστής, καταφερτζής
暗がりから牛を引き出す くらがりからうしをひきだす

άλλο, ρήμα

  1. 01 οδηγώ μαύρους χοίρους στο σκοτάδι
  2. 02 αδυνατώ να διακρίνω το ένα πράγμα από το άλλο
  3. 03 βγαίνω από το σκοτάδι με μια αγελάδα
暗溝 あんこう

ουσιαστικό

  1. 01 υπόνομος, αγωγός ομβρίων υδάτων, υπόγειος αεραγωγός
暗々 あんあん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 σκοτεινός, ζοφερός
暗騒音 あんそうおん

ουσιαστικό

  1. 01 θόρυβος υποβάθρου
暗所視 あんしょし

ουσιαστικό

  1. 01 σκοτοπική όραση, νυχτερινή όραση