216 αποτελέσματα για «未»
未決済 みけっさい
ουσιαστικό
- 01 ανεξόφλητος (λογαριασμός)
未規定 みきてい
ουσιαστικό
- 01 μη καθορισμένος
未回答 みかいとう
ουσιαστικό
- 01 αναπάντητος
未受精卵 みじゅせいらん
ουσιαστικό
- 01 αγονιμοποίητο ωάριο
未丁年 みていねん
ουσιαστικό
- 01 ανήλικος, η περίοδος της ανηλικότητας
未就学児童 みしゅうがくじどう
ουσιαστικό
- 01 παιδί προσχολικής ηλικίας
未刊行 みかんこう
ουσιαστικό
- 01 αδημοσίευτος
未然防止 みぜんぼうし
ουσιαστικό
- 01 πρόληψη
未精製 みせいせい
ουσιαστικό
- 01 ακατέργαστος, αδρός, ανεπεξέργαστος, ωμός
未墾地 みこんち
ουσιαστικό
- 01 ακαλλιέργητη γη
未着手 みちゃくしゅ
ουσιαστικό
- 01 αξεκίνητος, που δεν έχει ξεκινήσει ακόμα (για εργασία)
未決拘留 みけつこうりゅう
ουσιαστικό
- 01 προφυλάκιση
未収 みしゅう
ουσιαστικό
- 01 δεδουλευμένος, ανείσπρακτος
未接種 みせっしゅ
ουσιαστικό
- 01 ανεμβολίαστος, ακαρτάβλιστος
未来完了 みらいかんりょう
ουσιαστικό
- 01 συντελεσμένος μέλλοντας
未開墾 みかいこん
ουσιαστικό
- 01 ακαλλιέργητος, άγριος
未教育 みきょういく
ουσιαστικό
- 01 ακατάρτιστος, ανεκπαίδευτος
未病 みびょう
ουσιαστικό
- 01 κατάσταση κακής υγείας πριν από την εμφάνιση συμπτωμάτων
- 02 προ-συμπτωματικός
未製品 みせいひん
ουσιαστικό
- 01 ημιτελές προϊόν
未刊 みかん
ουσιαστικό
- 01 αδημοσίευτος, ανέκδοτος