135 αποτελέσματα για «根»
根矢 ねや
ουσιαστικό
- 01 ακίδα βέλους
根付き魚 ねつきうお
ουσιαστικό
- 01 μη μεταναστευτικό βενθικό ψάρι (για παράδειγμα πετρόψαρο)
根圏 こんけん
ουσιαστικό
- 01 ριζόσφαιρα
根合わせ ねあわせ
ουσιαστικό
- 01 νεαουάσε, παιχνίδι της περιόδου Χεϊάν που περιλάμβανε το ξερίζωμα αρωματικών καλάμων (sweet flags) και τον συναγωνισμό για το ποιο φυτό έχει τις μακρύτερες ρίζες
根腐れ ねぐされ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σήψη ριζών
根詰める こんつめる
άλλο, ρήμα
- 01 αφοσιώνομαι ολοκληρωτικά, επιμένω επίμονα σε μια δουλειά (αδιαφορώντας για την κούρασή μου)
根が生える ねがはえる
άλλο, ρήμα
- 01 ακινητοποιούμαι, εδραιώνομαι, ριζώνω
根拠薄弱 こんきょはくじゃく
επίθετο
- 01 αναπόδεικτος, αβάσιμος, ασθενής
根頭癌腫 こんとうがんしゅ
ουσιαστικό
- 01 στεφανιαίος όγκος (φυτών)
根詰まり ねづまり
ουσιαστικό
- 01 συνωστισμός ριζών
根継ぎ ねつぎ
ουσιαστικό
- 01 υποστύλωση, επιμήκυνση ή επιδιόρθωση (π.χ. σε σαπισμένο στύλο)
根気強い こんきづよい
επίθετο
- 01 υπομονετικός, επίμονος, ακατάβλητος
根岸線 ねぎしせん
ουσιαστικό
- 01 γραμμή Νεγκίσι
根室測候所 ねむろそっこうじょ
ουσιαστικό
- 01 Μετεωρολογικός Σταθμός Νεμούρο
根
- 01 ρίζα
- 02 ριζικό
- 03 κεφάλι (σπυριού)