238 αποτελέσματα για «機»

機械時計 きかいどけい

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανικό ρολόι
機会を取る きかいをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 δράττομαι της ευκαιρίας (για να κάνω κάτι), εκμεταλλεύομαι την ευκαιρία
機内持ち込み きないもちこみ

ουσιαστικό

  1. 01 χειραποσκευή
機械船 きかいせん

ουσιαστικό

  1. 01 μονάδα υπηρεσίας (π.χ. του Απόλλων)
機位 きい

ουσιαστικό

  1. 01 θέση αεροσκάφους
機械学習 きかいがくしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανική μάθηση
機業 きぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 υφαντουργία, κλωστοϋφαντουργία
機密保護 きみつほご

ουσιαστικό

  1. 01 ασφάλεια (π.χ. δεδομένων, κωδικών πρόσβασης κ.λπ.)
機制 きせい

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανισμός
機宜 きぎ

ουσιαστικό

  1. 01 καταλληλότητα, επίκαιρη στιγμή, ευκαιρία, περίσταση
機械翻訳 きかいほんやく

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανική μετάφραση, αυτόματη μετάφραση
機嫌伺い きげんうかがい

ουσιαστικό

  1. 01 επίσκεψη ευγενείας
機内サービス きないサービス

ουσιαστικό

  1. 01 εν πτήσει εξυπηρέτηση, υπηρεσίες εντός του αεροσκάφους
機械技師 きかいぎし

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανολόγος μηχανικός, μηχανικός
機動演習 きどうえんしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 στρατιωτικοί ελιγμοί, γυμνάσια
機関名 きかんめい

ουσιαστικό

  1. 01 όνομα οργανισμού, όνομα αρχής, επωνυμία νομικού προσώπου
司令・機械船 しれいきかいせん

ουσιαστικό

  1. 01 μονάδα διοίκησης και υπηρεσιών (π.χ. διαστημόπλοιο Απόλλων), CSM
機帆船 きはんせん

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανοκίνητο ιστιοφόρο
機会費用 きかいひよう

ουσιαστικό

  1. 01 κόστος ευκαιρίας
機変 きへん

ουσιαστικό

  1. 01 προσαρμογή στις απαιτήσεις της στιγμής, αυτοσχεδιασμός ανάλογα με τις περιστάσεις