135 αποτελέσματα για «油»

油圧ジャッキ ゆあつジャッキ

ουσιαστικό

  1. 01 υδραυλικός γρύλος
油圧式 ゆあつしき

ουσιαστικό

  1. 01 υδραυλικός (για μηχάνημα, φρένο κ.λπ.)
油圧プレス ゆあつプレス

ουσιαστικό

  1. 01 υδραυλική πρέσα
油圧系統 ゆあつけいとう

ουσιαστικό

  1. 01 υδραυλικό σύστημα
油圧ブレーキ ゆあつブレーキ

ουσιαστικό

  1. 01 υδραυλικό φρένο
油圧シリンダ ゆあつシリンダ

ουσιαστικό

  1. 01 υδραυλικός κύλινδρος
油圧機器 ゆあつきき

ουσιαστικό

  1. 01 υδραυλικός εξοπλισμός, υδραυλικά μηχανήματα, υδραυλικά λειτουργούντα μηχανήματα
油圧系 ゆあつけい

ουσιαστικό

  1. 01 υδραυλικό σύστημα
油圧機械 ゆあつきかい

ουσιαστικό

  1. 01 υδραυλική μηχανή, υδραυλικά λειτουργούμενο μηχάνημα
油糧 ゆりょう

ουσιαστικό

  1. 01 έλαια και λίπη, ελαιούχες ουσίες, υλικά με υψηλή περιεκτικότητα σε έλαια
油そば あぶらそば

ουσιαστικό

  1. 01 αμπουρασόμπα, πιάτο με ζυμαρικά χωρίς ζωμό, που σερβίρεται με σάλτσα με βάση το λάδι
油墨 あぶらずみ

ουσιαστικό

  1. 01 πομάδα αναμεμειγμένη με αιθάλη (χρησιμοποιείται στο μακιγιάζ καμπούκι κ.ά.)
油抜き あぶらぬき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιχύσιμο τηγανητών φαγητών με βραστό νερό για την απομάκρυνση του πλεονάζοντος λαδιού
  2. 02 τεχνική αντοχής στη ζωγραφική πορσελάνης με χρήση τερεβινθέλαιου
  3. 03 εξόρυξη λαδιού, εξολκέας λαδιού, απομάκρυνση λαδιού
油油 ゆうゆう

άλλο, επίρρημα

  1. 01 λαμπερός, στιλπνός, φωτεινός, λείος
  1. 01 λάδι
  2. 02 λίπος