147 αποτελέσματα για «浮»
浮動小数点基底 ふどうしょうすうてんきてい
ουσιαστικό
- 01 βάση κινητής υποδιαστολής, ρίζα κινητής υποδιαστολής
浮動小数点相対精度 ふどうしょうすうてんそうたいせいど
ουσιαστικό
- 01 σχετική ακρίβεια κινητής υποδιαστολής
浮動小数点代数 ふどうしょうすうてんだいすう
ουσιαστικό
- 01 άλγεβρα κινητής υποδιαστολής
浮動小数点表示 ふどうしょうすうてんひょうじ
ουσιαστικό
- 01 αναπαράσταση κινητής υποδιαστολής
浮動小数点表示法 ふどうしょうすうてんひょうじほう
ουσιαστικό
- 01 σύστημα αναπαράστασης κινητής υποδιαστολής
浮動小数点方式 ふどうしょうすうてんほうしき
ουσιαστικό
- 01 λειτουργία κινητής υποδιαστολής
浮矢幹 うきやがら
ουσιαστικό
- 01 ουκιαγκάρα (είδος σκίρπου)
浮かせる うかせる
ρήμα
- 01 επιπλέω
- 02 οικονομώ, εξοικονομώ
浮鮴 うきごり
ουσιαστικό
- 01 κοινός γωβιός του γλυκού νερού (Gymnogobius urotaenia)
- 02 πλωτός γωβιός (Gymnogobius petschiliensis)
- 03 Gymnogobius opperiens (ψάρι)
- 04 γωγιός ίζαζα (Gymnogobius isaza)
浮かれ女 うかれめ
ουσιαστικό
- 01 γυναίκα που έπαιζε μουσική, χόρευε και εργαζόταν ως ιερόδουλη, γυναίκα του γλεντιού
浮人形 うきにんぎょう
ουσιαστικό
- 01 πλαστικό παιχνίδι (π.χ. ψάρι) που αιωρείται σε σφραγισμένο γυάλινο σωλήνα γεμάτο υγρό, παιχνίδι για χρήση στο μπάνιο
浮造 うづくり
ουσιαστικό
- 01 εργαλείο για το τρίψιμο του ξύλου ώστε να αποκτήσει υφή, κατασκευασμένο παραδοσιακά από αποξηραμένα χόρτα δεμένα με σπάγκο από κάνναβη
- 02 τρίψιμο του ξύλου για την ανάδειξη της υφής του
浮岩 うきいわ
ουσιαστικό
- 01 βράχος που εξέχει εν μέρει από το νερό, βράχος που βρίσκεται εν μέρει βυθισμένος στο νερό
- 02 ελαφρόπετρα
浮費 ふひ
ουσιαστικό
- 01 σπατάλη χρημάτων, υπερβολή
浮き実 うきみ
ουσιαστικό
- 01 γαρνιτούρα σούπας
浮遊選鉱 ふゆうせんこう
ουσιαστικό
- 01 επιπλευση (μέθοδος εμπλουτισμού μεταλλευμάτων)
浮遊選鉱法 ふゆうせんこうほう
ουσιαστικό
- 01 μέθοδος επίπλευσης (εμπλουτισμός μεταλλευμάτων)
浮名儲け うきなもうけ
ουσιαστικό
- 01 απόκτηση φήμης ή κύρους λόγω της εμπλοκής σε ερωτική φήμη
浮葉植物 ふようしょくぶつ
ουσιαστικό
- 01 επιπλέοντες φυτά, φυτά με επιπλέοντα φύλλα
浮遊物質 ふゆうぶっしつ
ουσιαστικό
- 01 αιωρούμενα στερεά