194 αποτελέσματα για «消»

消雪パイプ しょうせつパイプ

ουσιαστικό

  1. 01 σωλήνας θαμμένος κάτω από το οδόστρωμα με ακροφύσια που ψεκάζουν υγρό για το λιώσιμο του χιονιού
消災呪 しょうさいじゅ

ουσιαστικό

  1. 01 ξόρκι για την αποτροπή καταστροφών, νταράνι για την αποτροπή καταστροφών
消長盛衰 しょうちょうせいすい

ουσιαστικό

  1. 01 άνθηση και παρακμή, άνοδος και πτώση, παλίρροια (αυξομείωση), μεταπτώσεις (της τύχης)
消費者相談 しょうひしゃそうだん

ουσιαστικό

  1. 01 συμβουλή καταναλωτή, διαβούλευση καταναλωτή
消しカス けしかす

ουσιαστικό

  1. 01 υπολείμματα γόμας, σκόνη από γόμα, τρίμματα γόμας
消化腺 しょうかせん

ουσιαστικό

  1. 01 πεπτικός αδένας
消夏 しょうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραθερισμός, πέρασμα του καλοκαιριού
消灯ラッパ しょうとうラッパ

ουσιαστικό

  1. 01 σάλπισμα για κατάσβεση φώτων, σάλπισμα ανάπαυλας
消費革命 しょうひかくめい

ουσιαστικό

  1. 01 καταναλωτική επανάσταση
消費主義 しょうひしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 καταναλωτισμός
消化管間質腫瘍 しょうかかんかんしつしゅよう

ουσιαστικό

  1. 01 γαστρεντερικός στρωματικός όγκος, GIST
消磁装置 しょうじそうち

ουσιαστικό

  1. 01 απομαγνητιστής, συσκευή απομαγνητισμού
消ずる しょうずる

ρήμα

  1. 01 εξαφανίζομαι
  2. 02 εξαφανίζω, απαλλάσσομαι από
  3. 03 (για χρόνο) περνώ, αναλώνω τον χρόνο μου
消滅危機言語 しょうめつききげんご

ουσιαστικό

  1. 01 γλώσσα υπό εξαφάνιση, σοβαρά απειλούμενη γλώσσα
消費者信用 しょうひしゃしんよう

ουσιαστικό

  1. 01 καταναλωτική πίστη
消耗品費 しょうもうひんひ

ουσιαστικό

  1. 01 έξοδα αναλώσιμων, έξοδα προμηθειών
消しつぼ けしつぼ

ουσιαστικό

  1. 01 πήλινο δοχείο για την κατάσβεση κάρβουνων
消費性向 しょうひせいこう

ουσιαστικό

  1. 01 ροπή προς κατανάλωση
消費者価格 しょうひしゃかかく

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή καταναλωτή
消費者運動 しょうひしゃうんどう

ουσιαστικό

  1. 01 καταναλωτικό κίνημα