262 αποτελέσματα για «現»

現地到着 げんちとうちゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άφιξη στον τόπο προορισμού
現地生産 げんちせいさん

ουσιαστικό

  1. 01 τοπική παραγωγή
現認 げんにん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυτοψία (παρουσία στον τόπο του συμβάντος), προσωπική θέαση
現地法人 げんちほうじん

ουσιαστικό

  1. 01 τοπική θυγατρική
現代化 げんだいか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκσυγχρονισμός
現代仮名遣い げんだいかなづかい

ουσιαστικό

  1. 01 σύγχρονη ορθογραφία κάνα (μεταρρύθμιση του 1946, αναθεωρημένη το 1986), νέα ορθογραφία κάνα
現役選手 げんえきせんしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 εν ενεργεία αθλητής, παίκτης που βρίσκεται στη λίστα ενεργών συμμετοχών
現地通貨 げんちつうか

ουσιαστικό

  1. 01 τοπικό νόμισμα
現代病 げんだいびょう

ουσιαστικό

  1. 01 σύγχρονη ασθένεια, αρρώστια της εποχής μας
現金給付 げんきんきゅうふ

ουσιαστικό

  1. 01 χρηματική παροχή (π.χ. για τη φροντίδα ηλικιωμένων), επίδομα σε μετρητά
現社 げんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 σύγχρονη κοινωνία
現業 げんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 επιτόπια εργασία, επιχειρησιακές λειτουργίες στον χώρο εργασίας
現預金 げんよきん

ουσιαστικό

  1. 01 ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα
現代詩 げんだいし

ουσιαστικό

  1. 01 μοντέρνα ποίηση
現金取引 げんきんとりひき

ουσιαστικό

  1. 01 συναλλαγή με μετρητά
現代日本語 げんだいにほんご

ουσιαστικό

  1. 01 σύγχρονα ιαπωνικά
現職大統領 げんしょくだいとうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 εν ενεργεία πρόεδρος
現住建造物 げんじゅうけんぞうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 κατοικημένο κτίριο
現場中継 げんばちゅうけい

ουσιαστικό

  1. 01 απευθείας μετάδοση από το σημείο του συμβάντος
現任 げんにん

ουσιαστικό

  1. 01 τρέχουσα θέση