143 αποτελέσματα για «理»
理由の原理 りゆうのげんり
άλλο, ουσιαστικό
- 01 αρχή του αποχρώντος λόγου
理財学 りざいがく
ουσιαστικό
- 01 πολιτική οικονομία
理觀 りかん
ουσιαστικό
- 01 στοχασμός της αρχής
理美容師 りびようし
ουσιαστικό
- 01 κομμωτής, αισθητικός
理系女 りけいじょ
ουσιαστικό
- 01 γυναίκα που δραστηριοποιείται στους τομείς θετικών επιστημών, τεχνολογίας, μηχανικής και μαθηματικών, επιστημόνισσα
理想真空 りそうしんくう
ουσιαστικό
- 01 ιδανικό κενό
理論生物学 りろんせいぶつがく
ουσιαστικό
- 01 θεωρητική βιολογία
理容所 りようしょ
ουσιαστικό
- 01 κουρείο
理論言語学 りろんげんごがく
ουσιαστικό
- 01 θεωρητική γλωσσολογία
理義字 りぎじ
ουσιαστικό
- 01 καντζι που αποτελείται εξ ολοκλήρου από επαναλαμβανόμενα ριζικά
理をもって非に落ちる りをもってひにおちる
άλλο
- 01 έχω δίκιο αλλά χάνω σε μια αντιπαράθεση, έχω το δίκιο με το μέρος μου αλλά υποκύπτω σε κάποιον άλλον
理学的 りがくてき
επίθετο
- 01 φυσικός (στην επιστήμη, στην ιατρική κ.λπ.)
理容師法 りようしほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος περί κουρέων
理論通り りろんどおり
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 σύμφωνα με τη θεωρία, όπως προβλέπεται θεωρητικά
理学者 りがくしゃ
ουσιαστικό
- 01 φυσικός επιστήμονας
- 02 φιλόσοφος
理致 りち
ουσιαστικό
- 01 λογική, αιτιολόγηση
理容業 りようぎょう
ουσιαστικό
- 01 επιχείρηση κομμωτικής
理屈抜き りくつぬき
ουσιαστικό
- 01 χωρίς λογικά επιχειρήματα, χωρίς λογική, ενστικτώδης
理論上 りろんじょう
επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 θεωρητικά, στη θεωρία
- 02 θεωρητικός
理科室 りかしつ
ουσιαστικό
- 01 εργαστήριο φυσικών επιστημών, αίθουσα φυσικών επιστημών