148 αποτελέσματα για «環»
環境基本法 かんきょうきほんほう
ουσιαστικό
- 01 Βασικός νόμος για το περιβάλλον
環形動物門 かんけいどうぶつもん
ουσιαστικό
- 01 δακτυλιοσκώληκες (συνομοταξία σπονδυλωτών με δακτυλιωτά σκουλήκια)
環状交差点 かんじょうこうさてん
ουσιαστικό
- 01 κυκλικός κόμβος, πλατεία
環境月間 かんきょうげっかん
ουσιαστικό
- 01 μήνας περιβάλλοντος (Ιούνιος)
環境影響評価法 かんきょうえいきょうひょうかほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος για την εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων
環境意識 かんきょういしき
ουσιαστικό
- 01 περιβαλλοντική συνείδηση
環頭大刀 かんとうのたち
ουσιαστικό
- 01 σπαθί με κυκλική λαβή
環境犯罪 かんきょうはんざい
ουσιαστικό
- 01 περιβαλλοντικό έγκλημα
環境負荷低減 かんきょうふかていげん
ουσιαστικό
- 01 μείωση περιβαλλοντικής επιβάρυνσης, μείωση περιβαλλοντικού αντικτύπου
環状山 かんじょうざん
ουσιαστικό
- 01 κρατήρας
環形 かんけい
ουσιαστικό
- 01 δακτύλιος
環境親和的 かんきょうしんわてき
επίθετο
- 01 φιλικός προς το περιβάλλον
環流 かんりゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κυκλοφορία, δίνη, γύρος
環境改善 かんきょうかいぜん
ουσιαστικό
- 01 περιβαλλοντική βελτίωση, περιβαλλοντική μεταρρύθμιση, βελτίωση βιότοπου
環境経済学 かんきょうけいざいがく
ουσιαστικό
- 01 περιβαλλοντική οικονομική
環境団体 かんきょうだんたい
ουσιαστικό
- 01 περιβαλλοντική οργάνωση, περιβαλλοντική ομάδα
環境衛生金融公庫 かんきょうえいせいきんゆうこうこ
ουσιαστικό
- 01 Χρηματοδοτικός Οργανισμός Επιχειρήσεων Περιβαλλοντικής Υγιεινής
環境技術研究協会 かんきょうぎじゅつけんきゅうきょうかい
ουσιαστικό
- 01 Ερευνητικό Ινστιτούτο Περιβαλλοντικής Τεχνολογίας, RIET
環境自治体会議 かんきょうじちたいかいぎ
ουσιαστικό
- 01 Συνασπισμός Τοπικών Αυτοδιοικήσεων για την Περιβαλλοντική Πρωτοβουλία, Ιαπωνία
環境社会学会 かんきょうしゃかいがっかい
ουσιαστικό
- 01 Ιαπωνική Εταιρεία Περιβαλλοντικής Κοινωνιολογίας