706 αποτελέσματα για «生»

生長 せいちょう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάπτυξη (φυτού)
生殺与奪 せいさつよだつ

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος ζωής και θανάτου (πάνω σε κάποιον)
生年月日 せいねんがっぴ N3

ουσιαστικό

  1. 01 ημερομηνία γέννησης
生死の境 せいしのさかい

ουσιαστικό

  1. 01 μεταξύ ζωής και θανάτου
生育 せいいく N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γέννηση και ανάπτυξη, τοκετός και ανατροφή, εξέλιξη, εκτροφή
生まれついて うまれついて

ουσιαστικό

  1. 01 φυσικός, έμφυτος, εκ γενετής
生姜 しょうが

ουσιαστικό

  1. 01 πιπερόριζα (Zingiber officinale)
生産量 せいさんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 παραγωγή, ποσότητα παραγόμενων αγαθών
生卵 なまたまご

ουσιαστικό

  1. 01 ωμό αυγό
生娘 きむすめ

ουσιαστικό

  1. 01 παρθένος, αθώα νεαρή κοπέλα
生活態度 せいかつたいど

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος ζωής, βιοτική στάση, καθημερινός τρόπος διαβίωσης
生きる力 いきるちから

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ζωτικότητα, η δύναμη της ζωής
生存競争 せいぞんきょうそう

ουσιαστικό

  1. 01 αγώνας για την επιβίωση
生活習慣 せいかつしゅうかん

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος ζωής, συνήθειες καθημερινής διαβίωσης
生き別れ いきわかれ

ουσιαστικό

  1. 01 ισόβιος αποχωρισμός
生活用品 せいかつようひん

ουσιαστικό

  1. 01 καθημερινά είδη, καθημερινές ανάγκες, οικιακά σκεύη, είδη νοικοκυριού
生産力 せいさんりょく

ουσιαστικό

  1. 01 παραγωγικότητα
生物兵器 せいぶつへいき

ουσιαστικό

  1. 01 βιολογικό όπλο
生活圏 せいかつけん

ουσιαστικό

  1. 01 καθημερινό περιβάλλον, γειτονιά, ζώνη διαβίωσης, σφαίρα ζωής
生活指導 せいかつしどう

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνική καθοδήγηση, εξωσχολική παιδαγωγική καθοδήγηση, ιατρική καθοδήγηση