154 αποτελέσματα για «産»

産の飯 さんのめし

ουσιαστικό

  1. 01 ρύζι που προσφέρεται ως ευχαριστήριο μετά τη γέννηση παιδιού
産後抑鬱症 さんごよくうつしょう

ουσιαστικό

  1. 01 επιλόχειος κατάθλιψη
産子検定 さんしけんてい

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος απογόνων (για βοοειδή)
  2. 02 έλεγχος αναπαραγωγικής ικανότητας (για χοίρους)
産子数 さんしすう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός απογόνων, μέγεθος γέννας
産褥婦 さんじょくふ

ουσιαστικό

  1. 01 λεχώνα, γυναίκα που μόλις γέννησε
産業民主主義 さんぎょうみんしゅしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανική δημοκρατία
産褥麻痺 さんじょくまひ

ουσιαστικό

  1. 01 γαλακτικός πυρετός, τοκετικός πάρεση, μετατοκετική υπασβεστιαιμία
産近甲龍 さんきんこうりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 Σανκινκοριού (ομάδα ιδιωτικών πανεπιστημίων με παρεμφερή κατάταξη στην περιοχή Κανσάι, που αποτελείται από το Πανεπιστήμιο Κιότο Σανγκιό, το Πανεπιστήμιο Κιντάι, το Πανεπιστήμιο Κονάν και το Πανεπιστήμιο Ριουκόκου)
産地ロンダリング さんちロンダリング

ουσιαστικό

  1. 01 απόκρυψη της χώρας προέλευσης ενός προϊόντος (π.χ. μέσω εξαγωγής από τρίτη χώρα)
産科瘻孔 さんかろうこう

ουσιαστικό

  1. 01 μαιευτικό συρίγγιο
産みの苦しみ うみのくるしみ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 πόνοι τοκετού
  2. 02 δημιουργική αγωνία, μόχθος για τη δημιουργία κάποιου νέου πράγματος
産金業 さんきんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανία εξόρυξης χρυσού
産後ママ さんごママ

ουσιαστικό

  1. 01 νέα μητέρα, λεχωίδα, μητέρα που έχει γεννήσει πρόσφατα
産業基盤 さんぎょうきばん

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανική βάση, βιομηχανική υποδομή
産道感染 さんどうかんせん

ουσιαστικό

  1. 01 ενδογεννητική λοίμωξη, λοίμωξη που μεταδίδεται κατά τον τοκετό
産後の肥立ち さんごのひだち

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ανάρρωση μετά τον τοκετό, αποκατάσταση μετά τη γέννα
産業医学 さんぎょういがく

ουσιαστικό

  1. 01 εργασιακή ιατρική
産婦人科学 さんふじんかがく

ουσιαστικό

  1. 01 μαιευτική και γυναικολογία
産科病院 さんかびょういん

ουσιαστικό

  1. 01 μαιευτήριο
産霊の神 むすびのかみ

ουσιαστικό

  1. 01 μουσουμπί νο κάμι, δημιουργός θεός που γεννά κάθε ύπαρξη