224 αποτελέσματα για «異»

異所性 いしょせい

ουσιαστικό

  1. 01 αλοπατρία, ετεροτοπία, ετεροτοπία, αλοπατρικός, παρεκκλίνων
異形成 いけいせい

ουσιαστικό

  1. 01 δυσπλασία
異版 いはん

ουσιαστικό

  1. 01 διαφορετική έκδοση (π.χ. ενός βιβλίου)
異議申立て いぎもうしたて

ουσιαστικό

  1. 01 επίσημη ένσταση, αντίρρηση (π.χ. σε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας)
異材 いざい

ουσιαστικό

  1. 01 εξαιρετικό ταλέντο, ιδιοφυΐα, παιδί-θαύμα
  2. 02 μολυσματικός παράγοντας, ξένο υλικό
異字同訓 いじどうくん

ουσιαστικό

  1. 01 διαφορετικοί κάντζι με την ίδια ιαπωνική ανάγνωση (και συνήθως παρόμοια σημασία)
異俗 いぞく

ουσιαστικό

  1. 01 παράξενη συνήθεια, ιδιαίτερο έθιμο
異趣 いしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 ασυνήθιστη εμφάνιση
異姓 いせい

ουσιαστικό

  1. 01 διαφορετικό επίθετο, διαφορετικό οικογενειακό όνομα
異形 いけい

ουσιαστικό

  1. 01 παραλλαγή, παραλλαγμένη μορφή
  2. 02 ετερομορφισμός, ετερομορφία
異性装 いせいそう

ουσιαστικό

  1. 01 τραβεστί, ενδυματολογική διασταύρωση (cross-dressing)
異議の申立て いぎのもうしたて

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 επίσημη ένσταση (σχετικά με τη διεξαγωγή ποινικής υπόθεσης), αίτημα για επανεξέταση, διαμαρτυρία
異常高温 いじょうこうおん

ουσιαστικό

  1. 01 ασυνήθιστα υψηλές θερμοκρασίες
異人種間 いじんしゅかん

ουσιαστικό

  1. 01 διαεθνοτικός, διαφυλετικός, πολυφυλετικός
異字 いじ

ουσιαστικό

  1. 01 διαφορετικός χαρακτήρας, άλλος χαρακτήρας
  2. 02 παραλλαγή χαρακτήρα, διαφορετική γραπτή μορφή ενός χαρακτήρα
異端邪説 いたんじゃせつ

ουσιαστικό

  1. 01 αιρετική δοξασία (σκέψη, πίστη)
異類異形 いるいいぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 αλλόκοτα πλάσματα, πνεύματα και καλικάντζαροι
異図 いと

ουσιαστικό

  1. 01 προδοτική πρόθεση
異化効果 いかこうか

ουσιαστικό

  1. 01 φαινόμενο αποξένωσης, φαινόμενο αποστασιοποίησης (Verfremdungseffekt)
異言を語る いげんをかたる

άλλο, ρήμα

  1. 01 μιλάω σε γλώσσες