318 αποτελέσματα για «発»
発祥地 はっしょうち
ουσιαστικό
- 01 κοιτίδα, τόπος καταγωγής (π.χ. της τζαζ, του βουδισμού), λίκνο (π.χ. του πολιτισμού)
発疹チフス ほっしんチフス
ουσιαστικό
- 01 ενδημικός τύφος, τύφος που μεταδίδεται μέσω των φθειρών
発信地 はっしんち
ουσιαστικό
- 01 τόπος αποστολής, τόπος προέλευσης
発光信号 はっこうしんごう
ουσιαστικό
- 01 φωτεινό σήμα (π.χ. μεταξύ πλοίων), φλας προειδοποίησης, σήμα προειδοποίησης ατυχήματος
発着所 はっちゃくじょ
ουσιαστικό
- 01 σημείο άφιξης και αναχώρησης (π.χ. για ατμόπλοια), σταθμός (π.χ. λεωφορείων), τερματικός σταθμός
発展型 はってんけい
ουσιαστικό
- 01 παραλλαγή, μοντέλο διαδοχής
発想法 はっそうほう
ουσιαστικό
- 01 τρόπος σκέψης
発煙弾 はつえんだん
ουσιαστικό
- 01 χειροβομβίδα καπνού, καπνογόνο βλήμα
発育不良 はついくふりょう
ουσιαστικό
- 01 υποανάπτυξη, κακή ανάπτυξη, ελαττωματική ανάπτυξη, μειωμένη αύξηση, αδυναμία ευδοκίμησης
発給 はっきゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έκδοση (π.χ. διαβατηρίου), χορήγηση
発明王 はつめいおう
ουσιαστικό
- 01 κορυφαίος εφευρέτης, βασιλιάς των εφευρετών (π.χ. Έντισον)
発声法 はっせいほう
ουσιαστικό
- 01 φωνητική τοποθέτηση, φωνητική αγωγή
発願 ほつがん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 η ανάδυση της επιθυμίας για τη σωτηρία όλων των αισθανόμενων όντων
- 02 προσευχή
発生頻度 はっせいひんど
ουσιαστικό
- 01 συχνότητα εμφάνισης
発煙 はつえん
ουσιαστικό
- 01 εκπέμπω καπνό, καπνίζω
発火点 はっかてん
ουσιαστικό
- 01 σημείο ανάφλεξης
発展的 はってんてき
επίθετο
- 01 αναπτυξιακός, εξελικτικός
発射場 はっしゃじょう
ουσιαστικό
- 01 πεδίο εκτόξευσης (για πυραύλους, βλήματα κ.λπ.), εγκατάσταση εκτόξευσης
発毛 はつもう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανάπτυξη νέας τριχοφυΐας
発達障害 はったつしょうがい
ουσιαστικό
- 01 αναπτυξιακή διαταραχή, αναπτυξιακό πρόβλημα