359 αποτελέσματα για «相»

相互依存 そうごいぞん

ουσιαστικό

  1. 01 αλληλεξάρτηση
相接する あいせっする

ρήμα

  1. 01 εφάπτομαι, συνορεύω, γειτνιάζω, έρχομαι σε επαφή
相対論 そうたいろん

ουσιαστικό

  1. 01 θεωρία της σχετικότητας
  2. 02 σχετικισμός
相擁 あいよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αγκαλιάζω, περιπτύσσομαι
相食む あいはむ

ρήμα

  1. 01 ανταγωνίζομαι τον άλλον
相互不信 そうごふしん

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβαία δυσπιστία
相等 そうとう

ουσιαστικό

  1. 01 ισότητα, το να είναι κάποιος ίσος
相矛盾 あいむじゅん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αλληλοσυγκρουόμενος, αντιφατικός
相待 そうだい

ουσιαστικό

  1. 01 υπάρχω σε αντίθεση ή αλληλεξάρτηση
相互通信 そうごつうしん

ουσιαστικό

  1. 01 αμφίδρομη επικοινωνία (συνήθως σε πλαίσια τηλεπικοινωνιών)
相手を負かす あいてをまかす

άλλο, ρήμα

  1. 01 νικώ τον αντίπαλο
相身互い あいみたがい

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβαία βοήθεια, αλληλοβοήθεια
  2. 02 αμοιβαία συμπάθεια, αλληλοκατανόηση
相対立する あいたいりつする

ρήμα

  1. 01 είμαι ασύμβατος, έρχομαι σε αντίθεση
相補 そうほ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμπλήρωμα
相和す あいわす

ρήμα

  1. 01 συμπλέκομαι, συνεργάζομαι
相する そうする

ρήμα

  1. 01 εκτιμώ, υπολογίζω (συχνά τη μοίρα κάποιου)
相憐れむ あいあわれむ

ρήμα

  1. 01 λυπούμαι ο ένας τον άλλον, συμπονώ
相等しい あいひとしい

επίθετο

  1. 01 ίσος με τον άλλον
相宿 あいやど

ουσιαστικό

  1. 01 διαμονή στο ίδιο πανδοχείο ή ξενοδοχείο, συγκατοίκηση στο ίδιο δωμάτιο
相対性原理 そうたいせいげんり

ουσιαστικό

  1. 01 αρχή της σχετικότητας