156 αποτελέσματα για «着»

着替え所 きがえじょ

ουσιαστικό

  1. 01 αποδυτήριο
着番号 きばんごう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός εισερχόμενης κλήσης
着陸地帯 ちゃくりくちたい

ουσιαστικό

  1. 01 ζώνη προσγείωσης
着尺地 きじゃくじ

ουσιαστικό

  1. 01 τυπικό μήκος υφάσματος για ένα κιμονό, τόπι υφάσματος
着初め きぞめ

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη φορά που φορά κανείς καινούργια ρούχα
着信局 ちゃくしんきょく

ουσιαστικό

  1. 01 ταχυδρομείο προορισμού
着米 ちゃくべい

ουσιαστικό

  1. 01 άφιξη στην Αμερική
着眼大局 ちゃくがんたいきょく

ουσιαστικό

  1. 01 εστιάζω στη γενική εικόνα, έχω επίγνωση της ευρύτερης κατάστασης
着もじ ちゃくもじ

ουσιαστικό

  1. 01 γραπτό μήνυμα ή σύμβολο σε κινητό τηλέφωνο που υποδηλώνει την άφιξη κλήσης (λειτουργία της DoCoMo)
着床前死亡 ちゃくしょうぜんしぼう

ουσιαστικό

  1. 01 προεμφυτευτικός θάνατος
着物虱 きものじらみ

ουσιαστικό

  1. 01 ψείρα του σώματος (Pediculus humanus humanus), ψείρες του σώματος
着衣泳 ちゃくいえい

ουσιαστικό

  1. 01 κολύμβηση με πλήρη ενδυμασία
着加入者 ちゃっかにゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 καλούμενος συνδρομητής, καλούμενος χρήστης
着呼 ちゃっこ

ουσιαστικό

  1. 01 εισερχόμενη κλήση
着呼受付信号 ちゃっこうけつけしんごう

ουσιαστικό

  1. 01 σήμα αποδοχής κλήσης
着呼受付不可信号 ちゃっこうけつけふかしんごう

ουσιαστικό

  1. 01 σήμα μη αποδοχής κλήσης
着呼側NS利用者 ちゃっこがわエヌエスりようしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 χρήστης υπηρεσίας δικτύου (NS user) του καλούμενου μέρους
着呼側SS利用者 ちゃっこがわエスエスりようしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 χρήστης συμπληρωματικής υπηρεσίας καλούμενου μέρους
着呼側TS利用者 ちゃっこがわティーエスりようしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 χρήστης τερματικού σταθμού κλήσης
着信転送機能 ちゃくしんてんそうきのう

ουσιαστικό

  1. 01 λειτουργία προώθησης κλήσεων