128 αποτελέσματα για «突»
突出して とっしゅつして
άλλο, επίρρημα
- 01 ιδιαίτερα, εξαιρετικά, αξιοσημείωτα, έκδηλα
突出物 とっしゅつぶつ
ουσιαστικό
- 01 εξόγκωμα, προεξοχή
突顎 とつがく
ουσιαστικό
- 01 προγναθισμός
突き錐 つきぎり
ουσιαστικό
- 01 σουβλί (του τσαγκάρη)
突撃一番 とつげきいちばん
ουσιαστικό
- 01 προφυλακτικό
突っ込みどころ つっこみどころ
ουσιαστικό
- 01 σημείο για κριτική, στοιχείο για χλευασμό, ασυνέπεια
突き合わせ つきあわせ
ουσιαστικό
- 01 αντιστοίχιση, έλεγχος, σύγκριση (δεδομένων)
突
- 01 μαχαιρώνω, λογχίζω
- 02 εξέχων, προεξέχων
- 03 ωθώ, σπρώχνω, ρίχνω
- 04 διαπερνώ, τρυπώ
- 05 τσιμπώ, κεντώ
- 06 σύγκρουση, πρόσκρουση
- 07 ξαφνικός, αιφνίδιος